Σιληνός
82 σιγήσατ’ , τέκν’ , ἄντρα δ’ ἐς πετρηρεφῆ
83 ποίμνας ἀθροῖσαι προσπόλους κελεύσατε .
Χορός
84 χωρεῖτ’ · ἀτὰρ δὴ τίνα , πάτερ , σπουδὴν ἔχεις ;
Σιληνός
85 ὁρῶ πρὸς ἀκταῖς ναὸς Ἑλλάδος σκάφος
86 κώπης τ’ ἄνακτας σὺν στρατηλάτῃ τινὶ
87 στείχοντας ἐς τόδ’ ἄντρον · ἀμφὶ δ’ αὐχέσι
88 τεύχη φέρονται κενά , βορᾶς κεχρημένοι ,
89 κρωσσούς θ’ ὑδρηλούς . ταλαίπωροι ξένοι ,
90 τίνες ποτ’ εἰσίν ; οὐκ ἴσασι δεσπότην
91 Πολύφημον οἷός ἐστιν , ἄξενον στέγην
92 τήνδ’ ἐμβεβῶτες καὶ Κυκλωπίαν γνάθον
93 τὴν ἀνδροβρῶτα δυστυχῶς ἀφιγμένοι .
94 ἀλλ’ ἥσυχοι γίγνεσθ’ , ἵν’ ἐκπυθώμεθα
95 πόθεν πάρεισι Σικελὸν Αἰτναῖον πάγον .
Ὀδυσσεύς
96 ξένοι , φράσαιτ’ ἂν νᾶμα ποτάμιον πόθεν
97 δίψης ἄκος λάβοιμεν , εἴ τέ τις θέλει
98 βορὰν ὁδῆσαι ναυτίλοις κεχρημένοις ;
99 - - τί χρῆμα ; Βρομίου πόλιν ἔοιγμεν ἐσβαλεῖν ·
100 Σατύρων πρὸς ἄντροις τόνδ’ ὅμιλον εἰσορῶ .
101 χαίρειν προσεῖπα πρῶτα τὸν γεραίτατον .
Σιληνός
102 χαῖρ’ , ξέν’ , ὅστις δ’ εἶ φράσον πάτραν τε σήν .
Ὀδυσσεύς
103 Ἴθακος Ὀδυσσεύς , γῆς Κεφαλλήνων ἄναξ .
Σιληνός
104 οἶδ’ ἄνδρα , κρόταλον δριμύ , Σισύφου γένος .
Ὀδυσσεύς
105 ἐκεῖνος οὗτός εἰμι · λοιδόρει δὲ μή ·