Σιληνός
106 πόθεν Σικελίαν τήνδε ναυστολῶν πάρει ;
Ὀδυσσεύς
107 ἐξ Ἰλίου γε κἀπὸ Τρωικῶν πόνων .
Σιληνός
108 πῶς ; πορθμὸν οὐκ ᾔδησθα πατρῴας χθονός ;
Ὀδυσσεύς
109 ἀνέμων θύελλαι δεῦρό μ’ ἥρπασαν βίᾳ .
Σιληνός
110 παπαῖ · τὸν αὐτὸν δαίμον’ ἐξαντλεῖς ἐμοί .
Ὀδυσσεύς
111 καὶ σὺ δεῦρο πρὸς βίαν ἀπεστάλης ;
Σιληνός
112 λῃστὰς διώκων οἳ Βρόμιον ἀνήρπασαν .
Ὀδυσσεύς
113 τίς δ’ ἥδε χώρα καὶ τίνες ναίουσί νιν ;
Σιληνός
114 Αἰτναῖος ὄχθος Σικελίας ὑπέρτατος .
Ὀδυσσεύς
115 τείχη δὲ ποῦ ’στι καὶ πόλεως πυργώματα ;
Σιληνός
116 οὐκ εἴσ’ · ἔρημοι πρῶνες ἀνθρώπων , ξένε .
Ὀδυσσεύς
117 τίνες δ’ ἔχουσι γαῖαν ; θηρῶν γένος ;
Σιληνός
118 Κύκλωπες , ἄντρ’ ἔχοντες , οὐ στέγας δόμων .
Ὀδυσσεύς
119 τίνος κλύοντες ; δεδήμευται κράτος ;
Σιληνός
120 νομάδες · ἀκούει δ’ οὐδὲν οὐδεὶς οὐδενός .
Ὀδυσσεύς
121 σπείρουσι δ’ τῷ ζῶσι ; Δήμητρος στάχυν ;
Σιληνός
122 γάλακτι καὶ τυροῖσι καὶ μήλων βορᾷ .
Ὀδυσσεύς
123 Βρομίου δὲ πῶμ’ ἔχουσιν , ἀμπέλου ῥοαῖς ;
Σιληνός
124 ἥκιστα · τοιγὰρ ἄχορον οἰκοῦσι χθόνα .
Ὀδυσσεύς
125 φιλόξενοι δὲ χὥσιοι περὶ ξένους ;
Σιληνός
126 γλυκύτατά φασι τὰ κρέα τοὺς ξένους φορεῖν .
Ὀδυσσεύς
127 τί φῄς ; βορᾷ χαίρουσιν ἀνθρωποκτόνῳ ;
Σιληνός
128 οὐδεὶς μολὼν δεῦρ’ ὅστις οὐ κατεσφάγη .