Κύκλωψ
544 ἰδού .
545 τί δῆτα τὸν κρατῆρ’ ὄπισθέ μου τίθης ;
Σιληνός
546 ὡς μὴ παριών τις καταβάλῃ .
Κύκλωψ
πίνειν μὲν οὖν
547 κλέπτων σὺ βούλῃ · κάτθες αὐτὸν ἐς μέσον .
548 σὺ δ’ , ξέν’ , εἰπὲ τοὔνομ’ τι σε χρὴ καλεῖν .
Ὀδυσσεύς
549 Οὖτιν · χάριν δὲ τίνα λαβών σ’ ἐπαινέσω ;
Κύκλωψ
550 πάντων σ’ ἑταίρων ὕστερον θοινάσομαι .
Σιληνός
551 καλόν γε τὸ γέρας τῷ ξένῳ δίδως , Κύκλωψ .
Κύκλωψ
552 οὗτος , τί δρᾷς ; τὸν οἶνον ἐκπίνεις λάθρᾳ ;
Σιληνός
553 οὔκ , ἀλλ’ ἔμ’ οὗτος ἔκυσεν , ὅτι καλὸν βλέπω .
Κύκλωψ
554 κλαύσῃ , φιλῶν τὸν οἶνον οὐ φιλοῦντά σε .
Σιληνός
555 ναὶ μὰ Δί’ , ἐπεί μού φησ’ ἐρᾶν ὄντος καλοῦ .
Κύκλωψ
556 ἔγχει , πλέων δὲ τὸν σκύφον . δίδου μόνον .
Σιληνός
557 πῶς οὖν κέκραται ; φέρε διασκεψώμεθα .
Κύκλωψ
558 ἀπολεῖς · δὸς οὕτως .
Σιληνός
ναὶ μὰ Δί’ οὐ πρὶν ἄν γέ σε
559 στέφανον ἴδω λαβόντα γεύσωμαί τ’ ἔτι . . .
Κύκλωψ
560 οἰνοχόος ἄδικος .
Σιληνός
{ οὐ } μὰ Δί’ , ἀλλ’ οἶνος γλυκύς .
561 ἀπομυκτέον δέ σοί ἐστιν ὡς λήψῃ πιεῖν .