Κύκλωψ
562 ἰδού , καθαρὸν τὸ χεῖλος αἱ τρίχες τέ μου .
Σιληνός
563 θές νυν τὸν ἀγκῶν’ εὐρύθμως , κᾆτ’ ἔκπιε ,
564 ὥσπερ μ’ ὁρᾷς πίνοντα χὥσπερ οὐκ ἐμέ .
Κύκλωψ
565 , τί δράσεις ;
Σιληνός
ἡδέως ἠμύστισα .
Κύκλωψ
566 λάβ’ , ξέν’ , αὐτὸς οἰνοχόος τέ μοι γενοῦ .
Ὀδυσσεύς
567 γιγνώσκεται γοῦν ἄμπελος τἠμῇ χερί .
Κύκλωψ
568 φέρ’ ἔγχεόν νυν .
Ὀδυσσεύς
ἐγχέω , σίγα μόνον .
Κύκλωψ
569 χαλεπὸν τόδ’ εἶπας , ὅστις ἂν πίνῃ πολύν .
Ὀδυσσεύς
570 ἰδοὺ λαβὼν ἔκπιθι καὶ μηδὲν λίπῃς .
571 συνεκθανεῖν δὲ σπῶντα χρὴ τῷ πώματι .
Κύκλωψ
572 παπαῖ , σοφόν γε τὸ ξύλον τῆς ἀμπέλου .
Ὀδυσσεύς
573 κἂν μὲν σπάσῃς γε δαιτὶ πρὸς πολλῇ πολύν ,
574 τέγξας ἄδιψον νηδύν , εἰς ὕπνον βαλεῖ ,
575 ἢν δ’ ἐλλίπῃς τι , ξηρανεῖ σ’ Βάκχιος .