Ἀγαμέμνων
739 τί μοι προσώπῳ νῶτον ἐγκλίνασα σὸν
740 δύρῃ , τὸ πραχθὲν δ’ οὐ λέγεις ; τίς ἔσθ’ ὅδε ;
Ἑκάβη
741 ἀλλ’ , εἴ με δούλην πολεμίαν θ’ ἡγούμενος
742 γονάτων ἀπώσαιτ’ , ἄλγος ἂν προσθείμεθ’ ἄν .
Ἀγαμέμνων
743 οὔτοι πέφυκα μάντις , ὥστε μὴ κλύων
744 ἐξιστορῆσαι σῶν ὁδὸν βουλευμάτων .
Ἑκάβη
745 ἆρ’ ἐκλογίζομαί γε πρὸς τὸ δυσμενὲς
746 μᾶλλον φρένας τοῦδ’ , ὄντος οὐχὶ δυσμενοῦς ;
Ἀγαμέμνων
747 εἴ τοί με βούλῃ τῶνδε μηδὲν εἰδέναι ,
748 ἐς ταὐτὸν ἥκεις · καὶ γὰρ οὐδ’ ἐγὼ κλύειν .
Ἑκάβη
749 οὐκ ἂν δυναίμην τοῦδε τιμωρεῖν ἄτερ
750 τέκνοισι τοῖς ἐμοῖσι . τί στρέφω τάδε ;
751 τολμᾶν ἀνάγκη , κἂν τύχω κἂν μὴ τύχω .
752 Ἀγάμεμνον , ἱκετεύω σε τῶνδε γουνάτων
753 καὶ σοῦ γενείου δεξιᾶς τ’ εὐδαίμονος [ ... ]
Ἀγαμέμνων
754 τί χρῆμα μαστεύουσα ; μῶν ἐλεύθερον
755 αἰῶνα θέσθαι ; ῥᾴδιον γάρ ἐστί σοι .
Ἑκάβη
756 οὐ δῆτα · τοὺς κακοὺς δὲ τιμωρουμένη
757 αἰῶνα τὸν σύμπαντα δουλεύειν θέλω .
Ἀγαμέμνων
758 καὶ δὴ τίν’ ἡμᾶς εἰς ἐπάρκεσιν καλεῖς ;
Ἑκάβη
759 οὐδέν τι τούτων ὧν σὺ δοξάζεις , ἄναξ .
760 ὁρᾷς νεκρὸν τόνδ’ , οὗ καταστάζω δάκρυ ;