Ἀγαμέμνων
761 ὁρῶ · τὸ μέντοι μέλλον οὐκ ἔχω μαθεῖν .
Ἑκάβη
762 τοῦτόν ποτ’ ἔτεκον κἄφερον ζώνης ὕπο .
Ἀγαμέμνων
763 ἔστιν δὲ τίς σῶν οὗτος , τλῆμον , τέκνων ;
Ἑκάβη
764 οὐ τῶν θανόντων Πριαμιδῶν ὑπ’ Ἰλίῳ .
Ἀγαμέμνων
765 γάρ τιν’ ἄλλον ἔτεκες κείνους , γύναι ;
Ἑκάβη
766 ἀνόνητά γ’ , ὡς ἔοικε , τόνδ’ ὃν εἰσορᾷς .
Ἀγαμέμνων
767 ποῦ δ’ ὢν ἐτύγχαν’ , ἡνίκ’ ὤλλυτο πτόλις ;
Ἑκάβη
768 πατήρ νιν ἐξέπεμψεν ὀρρωδῶν θανεῖν .
Ἀγαμέμνων
769 ποῖ τῶν τότ’ ὄντων χωρίσας τέκνων μόνον ;
Ἑκάβη
770 ἐς τήνδε χώραν , οὗπερ ηὑρέθη θανών .
Ἀγαμέμνων
771 πρὸς ἄνδρ’ ὃς ἄρχει τῆσδε Πολυμήστωρ χθονός ;
Ἑκάβη
772 ἐνταῦθ’ ἐπέμφθη πικροτάτου χρυσοῦ φύλαξ .
Ἀγαμέμνων
773 θνῄσκει δὲ πρὸς τοῦ καὶ τίνος πότμου τυχών ;
Ἑκάβη
774 τίνος γ’ ὑπ’ ἄλλου ; Θρῄξ νιν ὤλεσε ξένος .
Ἀγαμέμνων
775 τλῆμον · που χρυσὸν ἠράσθη λαβεῖν ;
Ἑκάβη
776 τοιαῦτ’ , ἐπειδὴ συμφορὰν ἔγνω Φρυγῶν .
Ἀγαμέμνων
777 ηὗρες δὲ ποῦ νιν ; τίς ἤνεγκεν νεκρόν ;
Ἑκάβη
778 ἥδ’ , ἐντυχοῦσα ποντίας ἀκτῆς ἔπι .
Ἀγαμέμνων
779 τοῦτον ματεύουσ’ πονοῦσ’ ἄλλον πόνον ;
Ἑκάβη
780 λούτρ’ ᾤχετ’ οἴσουσ’ ἐξ ἁλὸς Πολυξένῃ .
Ἀγαμέμνων
781 κτανών νιν , ὡς ἔοικεν , ἐκβάλλει ξένος .