Ἑλένη
590 λείψεις γὰρ ἡμᾶς , τὰ δὲ κέν’ ἐξάξεις λέχη ;
Μενελέως
591 καὶ χαῖρέ γ’ , Ἑλένῃ προσφερὴς ὁθούνεκ’ εἶ .
Ἑλένη
592 ἀπωλόμην · λαβοῦσά σ’ οὐχ ἕξω πόσιν .
Μενελέως
593 τοὐκεῖ με μέγεθος τῶν πόνων πείθει , σὺ δ’ οὔ .
Ἑλένη
594 οἲ ἐγώ · τίς ἡμῶν ἐγένετ’ ἀθλιωτέρα ;
595 οἱ φίλτατοι λείπουσί μ’ οὐδ’ ἀφίξομαι
596 Ἕλληνας οὐδὲ πατρίδα τὴν ἐμήν ποτε .
Ἄγγελος
597 Μενέλαε , μαστεύων σε κιγχάνω μόλις
598 πᾶσαν πλανηθεὶς τήνδε βάρβαρον χθόνα ,
599 πεμφθεὶς ἑταίρων τῶν λελειμμένων ὕπο .
Μενελέως
600 τί δ’ ἔστιν ; οὔ που βαρβάρων συλᾶσθ’ ὕπο ;
Ἄγγελος
601 θαῦμ’ ἔστ’ , ἔλασσον τοὔνομ’ τὸ πρᾶγμ’ ἔχον .
Μενελέως
602 λέγ’ · ὡς φέρεις τι τῇδε τῇ σπουδῇ νέον .
Ἄγγελος
603 λέγω πόνους σε μυρίους τλῆναι μάτην .
Μενελέως
604 παλαιὰ θρηνεῖς πήματ’ · ἀγγέλλεις δὲ τί ;