Κρέουσα
320 τίς , ταλαίπωρ’ ; ὡς νοσοῦσ’ ηὗρον νόσους .
Ἴων
321 Φοίβου προφῆτις , μητέρ’ ὣς νομίζομεν .
Κρέουσα
322 ἐς δ’ ἄνδρ’ ἀφίκου τίνα τροφὴν κεκτημένος ;
Ἴων
323 βωμοί μ’ ἔφερβον οὑπιών τ’ ἀεὶ ξένος .
Κρέουσα
324 τάλαινά σ’ τεκοῦσα · τίς ποτ’ ἦν ἄρα ;
Ἴων
325 ἀδίκημά του γυναικὸς ἐγενόμην ἴσως .
Κρέουσα
326 ἔχεις δὲ βίοτον · εὖ γὰρ ἤσκησαι πέπλοις .
Ἴων
327 τοῖς τοῦ θεοῦ κοσμούμεθ’ , δουλεύομεν .
Κρέουσα
328 οὐδ’ ᾖξας εἰς ἔρευναν ἐξευρεῖν γονάς ;
Ἴων
329 ἔχω γὰρ οὐδέν , γύναι , τεκμήριον .
Κρέουσα
330 φεῦ ·
πέπονθέ τις σῇ μητρὶ ταὔτ’ ἄλλη γυνή .
Ἴων
331 τίς ; εἰ πόνου μοι ξυλλάβοι , χαίροιμεν ἄν .
Κρέουσα
332 ἧς οὕνεκ’ ἦλθον δεῦρο πρὶν πόσιν μολεῖν .
Ἴων
333 ποῖόν τι χρῄζουσ’ ; ὡς ὑπουργήσω , γύναι .
Κρέουσα
334 μάντευμα κρυπτὸν δεομένη Φοίβου μαθεῖν .
Ἴων
335 λέγοις ἄν · ἡμεῖς τἄλλα προξενήσομεν .
Κρέουσα
336 ἄκουε δὴ τὸν μῦθον . ἀλλ’ αἰδούμεθα .
Ἴων
337 οὔ τἄρα πράξεις οὐδέν · ἀργὸς θεός .
Κρέουσα
338 Φοίβῳ μιγῆναί φησί τις φίλων ἐμῶν .
Ἴων
339 Φοίβῳ γυνὴ γεγῶσα ; μὴ λέγ’ , ξένη .
Κρέουσα
340 καὶ παῖδά γ’ ἔτεκε τῷ θεῷ λάθρα πατρός .