Κρέων
316 λέγεις ἀκοῦσαι μαλθάκ’ , ἀλλ’ ἔσω φρενῶν
317 ὀρρωδία μοι μή τι βουλεύσῃς κακόν ,
318 τόσῳ δέ γ’ ἧσσον πάρος πέποιθά σοι ·
319 γυνὴ γὰρ ὀξύθυμος , ὡς δ’ αὔτως ἀνήρ ,
320 ῥᾴων φυλάσσειν σιωπηλὸς σοφός .
321 ἀλλ’ ἔξιθ’ ὡς τάχιστα , μὴ λόγους λέγε ·
322 ὡς ταῦτ’ ἄραρε , κοὐκ ἔχεις τέχνην ὅπως
323 μενεῖς παρ’ ἡμῖν οὖσα δυσμενὴς ἐμοί .
Μήδεια
324 μή , πρός σε γονάτων τῆς τε νεογάμου κόρης .
Κρέων
325 λόγους ἀναλοῖς · οὐ γὰρ ἂν πείσαις ποτέ .
Μήδεια
326 ἀλλ’ ἐξελᾷς με κοὐδὲν αἰδέσῃ λιτάς ;
Κρέων
327 φιλῶ γὰρ οὐ σὲ μᾶλλον δόμους ἐμούς .
Μήδεια
328 πατρίς , ὥς σου κάρτα νῦν μνείαν ἔχω .
Κρέων
329 πλὴν γὰρ τέκνων ἔμοιγε φίλτατον πολύ .
Μήδεια
330 φεῦ φεῦ , βροτοῖς ἔρωτες ὡς κακὸν μέγα .
Κρέων
331 ὅπως ἄν , οἶμαι , καὶ παραστῶσιν τύχαι .
Μήδεια
332 Ζεῦ , μὴ λάθοι σε τῶνδ’ ὃς αἴτιος κακῶν .
Κρέων
333 ἕρπ’ , ματαία , καί μ’ ἀπάλλαξον πόνων .
Μήδεια
334 πονοῦμεν ἡμεῖς κοὐ πόνων κεχρήμεθα .
Κρέων
335 τάχ’ ἐξ ὀπαδῶν χειρὸς ὠσθήσῃ βίᾳ .
Μήδεια
336 μὴ δῆτα τοῦτό γ’ , ἀλλά σ’ αἰτοῦμαι , Κρέον . . .