Μήδεια
869 Ἰᾶσον , αἰτοῦμαί σε τῶν εἰρημένων
870 συγγνώμον’ εἶναι · τὰς δ’ ἐμὰς ὀργὰς φέρειν
871 εἰκός σ’ , ἐπεὶ νῷν πόλλ’ ὑπείργασται φίλα .
872 ἐγὼ δ’ ἐμαυτῇ διὰ λόγων ἀφικόμην
873 κἀλοιδόρησα · Σχετλία , τί μαίνομαι
874 καὶ δυσμεναίνω τοῖσι βουλεύουσιν εὖ ,
875 ἐχθρὰ δὲ γαίας κοιράνοις καθίσταμαι
876 πόσει θ’ , ὃς ἡμῖν δρᾷ τὰ συμφορώτατα ,
877 γήμας τύραννον καὶ κασιγνήτους τέκνοις
878 ἐμοῖς φυτεύων ; οὐκ ἀπαλλαχθήσομαι
879 θυμοῦ τί πάσχω ; θεῶν ποριζόντων καλῶς ;
880 οὐκ εἰσὶ μέν μοι παῖδες , οἶδα δὲ χθόνα
881 φεύγοντας ἡμᾶς καὶ σπανίζοντας φίλων ;
882 ταῦτ’ ἐννοήσασ’ ᾐσθόμην ἀβουλίαν
883 πολλὴν ἔχουσα καὶ μάτην θυμουμένη .
884 νῦν οὖν ἐπαινῶ · σωφρονεῖν τ’ ἐμοὶ δοκεῖς
885 κῆδος τόδ’ ἡμῖν προσλαβών , ἐγὼ δ’ ἄφρων ,
886 χρῆν μετεῖναι τῶνδε τῶν βουλευμάτων ,
887 καὶ ξυγγαμεῖν σοι , καὶ παρεστάναι λέχει
888 νύμφην τε κηδεύουσαν ἥδεσθαι σέθεν .
889 ἀλλ’ ἐσμὲν οἷόν ἐσμεν , οὐκ ἐρῶ κακόν ,
890 γυναῖκες · οὔκουν χρῆν σ’ ὁμοιοῦσθαι κακοῖς ,
891 οὐδ’ ἀντιτείνειν νήπι’ ἀντὶ νηπίων .
892 παριέμεσθα , καί φαμεν κακῶς φρονεῖν
893 τότ’ , ἀλλ’ ἄμεινον νῦν βεβούλευμαι τάδε ·
894 τέκνα τέκνα , δεῦτε , λείπετε στέγας ,
895 ἐξέλθετ’ , ἀσπάσασθε καὶ προσείπατε
896 πατέρα μεθ’ ἡμῶν , καὶ διαλλάχθηθ’ ἅμα
897 τῆς πρόσθεν ἔχθρας ἐς φίλους μητρὸς μέτα ·
898 σπονδαὶ γὰρ ἡμῖν καὶ μεθέστηκεν χόλος .
899 λάβεσθε χειρὸς δεξιᾶς · οἴμοι , κακῶν
900 ὡς ἐννοοῦμαι δή τι τῶν κεκρυμμένων .
901 ἆρ’ , τέκν’ , οὕτω καὶ πολὺν ζῶντες χρόνον
902 φίλην ὀρέξετ’ ὠλένην ; τάλαιν’ ἐγώ ,
903 ὡς ἀρτίδακρύς εἰμι καὶ φόβου πλέα .
904 χρόνῳ δὲ νεῖκος πατρὸς ἐξαιρουμένη
905 ὄψιν τέρειναν τήνδ’ ἔπλησα δακρύων .