Χορός
906 κἀμοὶ κατ’ ὄσσων χλωρὸν ὡρμήθη δάκρυ ·
907 καὶ μὴ προβαίη μεῖζον τὸ νῦν κακόν .
Ἰάσων
908 αἰνῶ , γύναι , τάδ’ , οὐδ’ ἐκεῖνα μέμφομαι ·
909 εἰκὸς γὰρ ὀργὰς θῆλυ ποιεῖσθαι γένος
910 { γάμου παρεμπολῶντος ἀλλοίου πόσει . }
911 ἀλλ’ ἐς τὸ λῷον σὸν μεθέστηκεν κέαρ ,
912 ἔγνως δὲ τὴν νικῶσαν , ἀλλὰ τῷ χρόνῳ ,
913 βουλήν · γυναικὸς ἔργα ταῦτα σώφρονος .
914 ὑμῖν δέ , παῖδες , οὐκ ἀφροντίστως πατὴρ
915 πολλὴν ἔθηκε σὺν θεοῖς σωτηρίαν ·
916 οἶμαι γὰρ ὑμᾶς τῆσδε γῆς Κορινθίας
917 τὰ πρῶτ’ ἔσεσθαι σὺν κασιγνήτοις ἔτι .
918 ἀλλ’ αὐξάνεσθε · τἄλλα δ’ ἐξεργάζεται
919 πατήρ τε καὶ θεῶν ὅστις ἐστὶν εὐμενής ·
920 ἴδοιμι δ’ ὑμᾶς εὐτραφεῖς ἥβης τέλος
921 μολόντας , ἐχθρῶν τῶν ἐμῶν ὑπερτέρους .
922 αὕτη , τί χλωροῖς δακρύοις τέγγεις κόρας ,
923 στρέψασα λευκὴν ἔμπαλιν παρηίδα ;
924 κοὐκ ἀσμένη τόνδ’ ἐξ ἐμοῦ δέχῃ λόγον ;
Μήδεια
925 οὐδέν . τέκνων τῶνδ’ ἐννοουμένη πέρι .
Ἰάσων
926 θάρσει νυν · εὖ γὰρ τῶνδ’ ἐγὼ θήσω πέρι .
Μήδεια
927 δράσω τάδ’ · οὔτοι σοῖς ἀπιστήσω λόγοις ·
928 γυνὴ δὲ θῆλυ κἀπὶ δακρύοις ἔφυ .