Μήδεια
1116 φίλαι , πάλαι τοι προσμένουσα τὴν τύχην
1117 καραδοκῶ τἀκεῖθεν οἷ προβήσεται .
1118 καὶ δὴ δέδορκα τόνδε τῶν Ἰάσονος
1119 στείχοντ’ ὀπαδῶν · πνεῦμα δ’ ἠρεθισμένον
1120 δείκνυσιν ὥς τι καινὸν ἀγγελεῖ κακόν .
Ἄγγελος
1121 δεινὸν ἔργον παρανόμως εἰργασμένη ,
1122 Μήδεια , φεῦγε φεῦγε , μήτε ναΐαν
1123 λιποῦσ’ ἀπήνην μήτ’ ὄχον πεδοστιβῆ .
Μήδεια
1124 τί δ’ ἄξιόν μοι τῆσδε τυγχάνει φυγῆς ;
Ἄγγελος
1125 ὄλωλεν τύραννος ἀρτίως κόρη
1126 Κρέων θ’ φύσας φαρμάκων τῶν σῶν ὕπο .
Μήδεια
1127 κάλλιστον εἶπας μῦθον , ἐν δ’ εὐεργέταις
1128 τὸ λοιπὸν ἤδη καὶ φίλοις ἐμοῖς ἔσῃ .
Ἄγγελος
1129 τί φῄς ; φρονεῖς μὲν ὀρθὰ κοὐ μαίνῃ , γύναι ,
1130 ἥτις , τυράννων ἑστίαν ᾐκισμένη ,
1131 χαίρεις κλύουσα κοὐ φοβῇ τὰ τοιάδε ;
Μήδεια
1132 ἔχω τι κἀγὼ τοῖς γε σοῖς ἐναντίον
1133 λόγοισιν εἰπεῖν · ἀλλὰ μὴ σπέρχου , φίλος ,
1134 λέξον δέ · πῶς ὤλοντο ; δὶς τόσον γὰρ ἂν
1135 τέρψειας ἡμᾶς , εἰ τεθνᾶσι παγκάκως .