Ὀρέστης
717 πλὴν γυναικὸς οὕνεκα στρατηλατεῖν
718 τἄλλ’ οὐδέν , κάκιστε τιμωρεῖν φίλοις ,
720 φεύγεις ἀποστραφείς με , τὰ δ’ Ἀγαμέμνονος
721 φροῦδ’ ; ἄφιλος ἦσθ’ ἄρ’ , πάτερ , πράσσων κακῶς .
722 οἴμοι , προδέδομαι , κοὐκέτ’ εἰσὶν ἐλπίδες ,
723 ὅποι τραπόμενος θάνατον Ἀργείων φύγω ·
724 οὗτος γὰρ ἦν μοι καταφυγὴ σωτηρίας .
725 ἀλλ’ εἰσορῶ γὰρ τόνδε φίλτατον βροτῶν
726 Πυλάδην δρόμῳ στείχοντα Φωκέων ἄπο ,
727 ἡδεῖαν ὄψιν · πιστὸς ἐν κακοῖς ἀνὴρ
728 κρείσσων γαλήνης ναυτίλοισιν εἰσορᾶν .
Πυλάδης
729 θᾶσσον με χρῆν προβαίνων ἱκόμην δι’ ἄστεως ,
730 σύλλογον πόλεως ἀκούσας , τὸν δ’ ἰδὼν αὐτὸς σαφῶς ,
731 ἐπὶ σὲ σύγγονόν τε τὴν σήν , ὡς κτενοῦντας αὐτίκα .
732 τί τάδε ; πῶς ἔχεις ; τί πράσσεις , φίλταθ’ ἡλίκων ἐμοὶ
733 καὶ φίλων καὶ συγγενείας ; πάντα γὰρ τάδ’ εἶ σύ μοι .
Ὀρέστης
734 οἰχόμεσθ’ , ὡς ἐν βραχεῖ σοι τἀμὰ δηλώσω κακά .
Πυλάδης
735 συγκατασκάπτοις ἂν ἡμᾶς · κοινὰ γὰρ τὰ τῶν φίλων .
Ὀρέστης
736 Μενέλεως κάκιστος ἐς ἐμὲ καὶ κασιγνήτην ἐμήν .
Πυλάδης
737 εἰκότως , κακῆς γυναικὸς ἄνδρα γίγνεσθαι κακόν .
Ὀρέστης
738 ὥσπερ οὐκ ἐλθὼν ἔμοιγε ταὐτὸν ἀπέδωκεν μολών .