Ἐτεοκλῆς
748 ἔσται τάδ’ · ἐλθὼν ἑπτάπυργον ἐς πόλιν
749 τάξω λοχαγοὺς πρὸς πύλαισιν , ὡς λέγεις ,
750 ἴσους ἴσοισι πολεμίοισιν ἀντιθείς .
751 ὄνομα δ’ ἑκάστου διατριβὴ πολλὴ λέγειν ,
752 ἐχθρῶν ὑπ’ αὐτοῖς τείχεσιν καθημένων .
753 ἀλλ’ εἶμ’ , ὅπως ἂν μὴ καταργῶμεν χέρα .
754 καί μοι γένοιτ’ ἀδελφὸν ἀντήρη λαβεῖν
755 καὶ ξυσταθέντα διὰ μάχης ἑλεῖν δορί .
756 [ κτανεῖν θ’ , ὃς ἦλθε πατρίδα πορθήσων ἐμήν . ]
757 γάμους δ’ ἀδελφῆς Ἀντιγόνης παιδός τε σοῦ
758 Αἵμονος , ἐάν τι τῆς τύχης ἐγὼ σφαλῶ ,
759 σοὶ χρὴ μέλεσθαι · τὴν δόσιν δ’ ἐχέγγυον
760 τὴν πρόσθε ποιῶ νῦν ἐπ’ ἐξόδοις ἐμαῖς .
761 μητρὸς δ’ ἀδελφὸς εἶ · τί δεῖ μακρηγορεῖν ;
762 τρέφ’ ἀξίως νιν σοῦ τε τήν τ’ ἐμὴν χάριν .
763 πατὴρ δ’ ἐς αὑτὸν ἀμαθίαν ὀφλισκάνει ,
764 ὄψιν τυφλώσας · οὐκ ἄγαν σφ’ ἐπῄνεσα ·
765 ἡμᾶς δ’ ἀραῖσιν , ἢν τύχῃ , κατακτενεῖ .
766 ἓν δ’ ἐστὶν ἡμῖν ἀργόν , εἴ τι θέσφατον
767 οἰωνόμαντις Τειρεσίας ἔχει φράσαι ,
768 τοῦδ’ ἐκπυθέσθαι ταῦτ’ · ἐγὼ δὲ παῖδα σὸν
769 Μενοικέα , σοῦ πατρὸς αὐτεπώνυμον ,
770 λαβόντα πέμψω δεῦρο Τειρεσίαν , Κρέον ·
771 σοὶ μὲν γὰρ ἡδὺς ἐς λόγους ἀφίξεται ,
772 ἐγὼ δὲ τέχνην μαντικὴν ἐμεμψάμην
773 ἤδη πρὸς αὐτόν , ὥστε μοι μομφὰς ἔχειν .
774 πόλει δὲ καὶ σοὶ ταῦτ’ ἐπισκήπτω , Κρέον ·
775 ἤνπερ κρατήσῃ τἀμά , Πολυνείκους νέκυν
776 μήποτε ταφῆναι τῇδε Θηβαίᾳ χθονί ,
777 θνῄσκειν δὲ τὸν θάψαντα , κἂν φίλων τις .
778 [ σοὶ μὲν τάδ’ εἶπον · προσπόλοις δ’ ἐμοῖς λέγω · ]
779 ἐκφέρετε τεύχη πάνοπλά τ’ ἀμφιβλήματα ,
780 ὡς εἰς ἀγῶνα τὸν προκείμενον δορὸς
781 ὁρμώμεθ’ ἤδη ξὺν δίκῃ νικηφόρῳ .
782 τῇ δ’ Εὐλαβείᾳ , χρησιμωτάτῃ θεῶν ,
783 προσευχόμεσθα τήνδε διασῷσαι πόλιν .