Κρέων
898 φράσον πολίταις καὶ πόλει σωτηρίαν .
Τειρεσίας
899 βούλῃ σὺ μέντοι κοὐχὶ βουλήσῃ τάχα .
Κρέων
900 καὶ πῶς πατρῴαν γαῖαν οὐ σῷσαι θέλω ;
Τειρεσίας
901 θέλεις ἀκοῦσαι δῆτα καὶ σπουδὴν ἔχεις ;
Κρέων
902 ἐς γὰρ τί μᾶλλον δεῖ προθυμίαν ἔχειν ;
Τειρεσίας
903 κλύοις ἂν ἤδη τῶν ἐμῶν θεσπισμάτων .
904 πρῶτον δ’ ἐκεῖνο βούλομαι σαφῶς μαθεῖν ,
905 ποῦ ’στιν Μενοικεύς , ὅς με δεῦρ’ ἐπήγαγεν ;
Κρέων
906 ὅδ’ οὐ μακρὰν ἄπεστι , πλησίον δὲ σοῦ .
Τειρεσίας
907 ἀπελθέτω νυν θεσφάτων ἐμῶν ἑκάς .
Κρέων
908 ἐμὸς πεφυκὼς παῖς δεῖ σιγήσεται .
Τειρεσίας
909 βούλῃ παρόντος δῆτά σοι τούτου φράσω ;
Κρέων
910 κλύων γὰρ ἂν τέρποιτο τῆς σωτηρίας .
Τειρεσίας
911 ἄκουε δή νυν θεσφάτων ἐμῶν ὁδόν ·
912 [ δρῶντες ἂν σώσαιτε Καδμείων πόλιν ]
913 σφάξαι Μενοικέα τόνδε δεῖ σ’ ὑπὲρ πάτρας ,
914 σὸν παῖδ’ , ἐπειδὴ τὴν τύχην αὐτὸς καλεῖς .
Κρέων
915 τί φῄς ; τίν’ εἶπας τόνδε μῦθον , γέρον ;
Τειρεσίας
916 ἅπερ πέφυκε , ταῦτα κἀνάγκη σὲ δρᾶν .
Κρέων
917 πολλὰ λέξας ἐν βραχεῖ χρόνῳ κακά .
Τειρεσίας
918 σοί γ’ , ἀλλὰ πατρίδι μεγάλα καὶ σωτήρια .
Κρέων
919 οὐκ ἔκλυον , οὐκ ἤκουσα · χαιρέτω πόλις .