Τειρεσίας
865 Ἐτεοκλέους μὲν οὕνεκ’ ἂν κλῄσας στόμα
866 χρησμοὺς ἐπέσχον · σοὶ δ’ , ἐπεὶ χρῄζεις μαθεῖν ,
867 λέξω . νοσεῖ γὰρ ἥδε γῆ πάλαι , Κρέον ,
868 ἐξ οὗ ’τεκνώθη Λάιος βίᾳ θεῶν
869 πόσιν τ’ ἔφυσε μητρὶ μέλεον Οἰδίπουν ·
870 αἵ θ’ αἱματωποὶ δεργμάτων διαφθοραὶ
871 θεῶν σόφισμα κἀπίδειξις Ἑλλάδι .
872 συγκαλύψαι παῖδες Οἰδίπου χρόνῳ
873 χρῄζοντες , ὡς δὴ θεοὺς ὑπεκδραμούμενοι ,
874 ἥμαρτον ἀμαθῶς · οὔτε γὰρ γέρα πατρὶ
875 οὔτ’ ἔξοδον διδόντες , ἄνδρα δυστυχῆ
876 ἐξηγρίωσαν · ἐκ δ’ ἔπνευσ’ αὐτοῖς ἀρὰς
877 δεινάς , νοσῶν τε καὶ πρὸς ἠτιμασμένος .
878 ἁγὼ τί { οὐ } δρῶν , ποῖα δ’ οὐ λέγων ἔπη
879 ἐς ἔχθος ἦλθον παισὶ τοῖσιν Οἰδίπου ;
880 ἐγγὺς δὲ θάνατος αὐτόχειρ αὐτοῖς , Κρέον ·
881 πολλοὶ δὲ νεκροὶ περὶ νεκροῖς πεπτωκότες
882 Ἀργεῖα καὶ Καδμεῖα μείξαντες βέλη
883 πικροὺς γόους δώσουσι Θηβαίᾳ χθονί .
884 σύ τ’ τάλαινα συγκατασκάπτῃ πόλι ,
885 εἰ μὴ λόγοισι τοῖς ἐμοῖς τὶς πείσεται .
886 ἐκεῖνο μὲν γὰρ πρῶτον ἦν , τῶν Οἰδίπου
887 μηδένα πολίτην μηδ’ ἄνακτ’ εἶναι χθονός ,
888 ὡς δαιμονῶντας κἀνατρέψοντας πόλιν .
889 ἐπεὶ δὲ κρεῖσσον τὸ κακόν ἐστι τἀγαθοῦ ,
890 μί’ ἔστιν ἄλλη μηχανὴ σωτηρίας .
891 ἀλλ’ οὐ γὰρ εἰπεῖν οὔτ’ ἐμοὶ τόδ’ ἀσφαλὲς
892 πικρόν τε τοῖσι τὴν τύχην κεκτημένοις
893 πόλει παρασχεῖν φάρμακον σωτηρίας
894 ἄπειμι . χαίρεθ’ · εἷς γὰρ ὢν πολλῶν μέτα
895 τὸ μέλλον , εἰ χρή , πείσομαι · τί γὰρ πάθω ;
Κρέων
896 ἐπίσχες αὐτοῦ , πρέσβυ .
Τειρεσίας
μὴ ’πιλαμβάνου .
Κρέων
897 μεῖνον , τί φεύγεις ;
Τειρεσίας
τύχη σ’ , ἀλλ’ οὐκ ἐγώ .