Τειρεσίας
930 ὀρθῶς μ’ ἐρωτᾷς κεἰς ἀγῶν’ ἔρχῃ λόγων .
931 δεῖ τόνδε θαλάμαις , οὗ δράκων γηγενὴς
932 ἐγένετο Δίρκης ναμάτων ἐπίσκοπος ,
933 σφαγέντα φόνιον αἷμα γῇ δοῦναι χοὰς
934 Κάδμου , παλαιῶν Ἄρεος ἐκ μηνιμάτων ,
935 ὃς γηγενεῖ δράκοντι τιμωρεῖ φόνον .
936 καὶ ταῦτα δρῶντες σύμμαχον κτήσεσθ’ Ἄρη .
937 χθὼν δ’ ἀντὶ καρποῦ καρπὸν ἀντί θ’ αἵματος
938 αἷμ’ ἢν λάβῃ βρότειον , ἕξετ’ εὐμενῆ
939 γῆν , ποθ’ ἡμῖν χρυσοπήληκα στάχυν
940 σπαρτῶν ἀνῆκεν · ἐκ γένους δὲ δεῖ θανεῖν
941 τοῦδ’ , ὃς δράκοντος γένυος ἐκπέφυκε παῖς .
942 σὺ δ’ ἐνθάδ’ ἡμῖν λοιπὸς εἶ σπαρτῶν γένους
943 ἀκέραιος , ἔκ τε μητρὸς ἀρσένων τ’ ἄπο ,
944 οἱ σοί τε παῖδες . Αἵμονος μὲν οὖν γάμοι
945 σφαγὰς ἀπείργουσ’ . οὐ γάρ ἐστιν ᾔθεος ·
946 κεἰ μὴ γὰρ εὐνῆς ἥψατ’ , ἀλλ’ ἔχει λέχος .
947 οὗτος δὲ πῶλος τῇδ’ ἀνειμένος πόλει
948 θανὼν πατρῴαν γαῖαν ἐκσώσειεν ἄν .
949 πικρὸν δ’ Ἀδράστῳ νόστον Ἀργείοισί τε
950 θήσει , μέλαιναν κῆρ’ ἐπ’ ὄμμασιν βαλών ,
951 κλεινάς τε Θήβας . τοῖνδ’ ἑλοῦ δυοῖν πότμοιν
952 τὸν ἕτερον · γὰρ παῖδα σῷσον πόλιν .
953 τὰ μὲν παρ’ ἡμῶν πάντ’ ἔχεις · ἡγοῦ , τέκνον ,
954 πρὸς οἶκον . ὅστις δ’ ἐμπύρῳ χρῆται τέχνῃ ,
955 μάταιος · ἢν μὲν ἐχθρὰ σημήνας τύχῃ ,
956 πικρὸς καθέστηχ’ οἷς ἂν οἰωνοσκοπῇ ·
957 ψευδῆ δ’ ὑπ’ οἴκτου τοῖσι χρωμένοις λέγων
958 ἀδικεῖ τὰ τῶν θεῶν . Φοῖβον ἀνθρώποις μόνον
959 χρῆν θεσπιῳδεῖν , ὃς δέδοικεν οὐδένα .