Χορός
960 Κρέον , τί σιγᾷς γῆρυν ἄφθογγον σχάσας ;
961 κἀμοὶ γὰρ οὐδὲν ἧσσον ἔκπληξις πάρα .
Κρέων
962 τί δ’ ἄν τις εἴποι ; δῆλον οἵ γ’ ἐμοὶ λόγοι .
963 ἐγὼ γὰρ οὔποτ’ ἐς τόδ’ εἶμι συμφορᾶς ,
964 ὥστε σφαγέντα παῖδα προσθεῖναι πόλει .
965 πᾶσιν γὰρ ἀνθρώποισι φιλότεκνος βίος ,
966 οὐδ’ ἂν τὸν αὑτοῦ παῖδά τις δοίη κτανεῖν .
967 μή μ’ εὐλογείτω τἀμά τις κτείνων τέκνα .
968 αὐτὸς δ’ ἐν ὡραίῳ γὰρ ἕσταμεν βίου
969 θνῄσκειν ἕτοιμος πατρίδος ἐκλυτήριον .
970 ἀλλ’ εἶα , τέκνον , πρὶν μαθεῖν πᾶσαν πόλιν ,
971 ἀκόλαστ’ ἐάσας μάντεων θεσπίσματα ,
972 φεῦγ’ ὡς τάχιστα τῆσδ’ ἀπαλλαχθεὶς χθονός ·
973 λέξει γὰρ ἀρχαῖς καὶ στρατηλάταις τάδε ,
974 [ πύλας ἐφ’ ἑπτὰ καὶ λοχαγέτας μολών · ]
975 κἂν μὲν φθάσωμεν , ἔστι σοι σωτηρία ·
976 ἢν δ’ ὑστερήσῃς , οἰχόμεσθα , κατθανῇ .
Μενοικεύς
977 ποῖ δῆτα φεύγω ; τίνα πόλιν ; τίνα ξένων ;
Κρέων
978 ὅπου χθονὸς τῆσδ’ ἐκποδὼν μάλιστ’ ἔσῃ .