Μενοικεύς
979 οὐκοῦν σὲ φράζειν εἰκός , ἐκπονεῖν δ’ ἐμέ .
Κρέων
980 Δελφοὺς περάσας
Μενοικεύς
ποῖ με χρή , πάτερ , μολεῖν ;
Κρέων
981 Αἰτωλίδ’ ἐς γῆν .
Μενοικεύς
ἐκ δὲ τῆσδε ποῖ περῶ ;
Κρέων
982 Θεσπρωτὸν οὖδας .
Μενοικεύς
σεμνὰ Δωδώνης βάθρα ;
Κρέων
983 ἔγνως .
Μενοικεύς
τί δὴ τόδ’ ἔρυμά μοι γενήσεται ;
Κρέων
984 πόμπιμος δαίμων .
Μενοικεύς
χρημάτων δὲ τίς πόρος ;
Κρέων
985 ἐγὼ πορεύσω χρυσόν .
Μενοικεύς
εὖ λέγεις , πάτερ .
986 χώρει νυν · ὡς σὴν πρὸς κασιγνήτην μολών ,
987 ἧς πρῶτα μαστὸν εἵλκυσ’ , Ἰοκάστην λέγω ,
988 μητρὸς στερηθεὶς ὀρφανός τ’ ἀποζυγείς
989 [ προσηγορήσων εἶμι καὶ σῴσων βίον . ]
990 ἀλλ’ εἶα , χώρει · μὴ τὸ σὸν κωλυέτω .
991 γυναῖκες , ὡς εὖ πατρὸς ἐξεῖλον φόβον ,
992 κλέψας λόγοισιν , ὥσθ’ βούλομαι τυχεῖν ·
993 ὅς μ’ ἐκκομίζει , πόλιν ἀποστερῶν τύχης ,
994 καὶ δειλίᾳ δίδωσι . καὶ συγγνωστὰ μὲν
995 γέροντι , τοὐμὸν δ’ οὐχὶ συγγνώμην ἔχει ,
996 προδότην γενέσθαι πατρίδος μ’ ἐγείνατο .
997 ὡς οὖν ἂν εἰδῆτ’ , εἶμι καὶ σῴσω πόλιν
998 ψυχήν τε δώσω τῆσδ’ ὑπερθανεῖν χθονός .
999 αἰσχρὸν γάρ · οἱ μὲν θεσφάτων ἐλεύθεροι
1000 κοὐκ εἰς ἀνάγκην δαιμόνων ἀφιγμένοι
1001 στάντες παρ’ ἀσπίδ’ οὐκ ὀκνήσουσιν θανεῖν ,
1002 πύργων πάροιθε μαχόμενοι πάτρας ὕπερ ·
1003 ἐγὼ δέ , πατέρα καὶ κασίγνητον προδοὺς
1004 πόλιν τ’ ἐμαυτοῦ , δειλὸς ὣς ἔξω χθονὸς
1005 ἄπειμ’ · ὅπου δ’ ἂν ζῶ , κακὸς φανήσομαι .
1006 μὰ τὸν μετ’ ἄστρων Ζῆν’ Ἄρη τε φοίνιον ,
1007 ὃς τοὺς ὑπερτείλαντας ἐκ γαίας ποτὲ
1008 Σπαρτοὺς ἄνακτας τῆσδε γῆς ἱδρύσατο .
1009 ἀλλ’ εἶμι καὶ στὰς ἐξ ἐπάλξεων ἄκρων
1010 σφάξας ἐμαυτὸν σηκὸν ἐς μελαμβαθῆ
1011 δράκοντος , ἔνθ’ μάντις ἐξηγήσατο ,
1012 ἐλευθερώσω γαῖαν · εἴρηται λόγος .
1013 στείχω δέ , θανάτου δῶρον οὐκ αἰσχρὸν πόλει
1014 δώσων , νόσου δὲ τήνδ’ ἀπαλλάξω χθόνα .
1015 εἰ γὰρ λαβὼν ἕκαστος τι δύναιτό τις
1016 χρηστὸν διέλθοι τοῦτο κἀς κοινὸν φέροι
1017 πατρίδι , κακῶν ἂν αἱ πόλεις ἐλασσόνων
1018 πειρώμεναι τὸ λοιπὸν εὐτυχοῖεν ἄν .