Ἄγγελος
1067 ὠή , τίς ἐν πύλαισι δωμάτων κυρεῖ ;
1068 ἀνοίγετ’ · ἐκπορεύετ’ Ἰοκάστην δόμων .
1069 ὠὴ μάλ’ αὖθις · διὰ μακροῦ μέν , ἀλλ’ ὅμως
1070 ἔξελθ’ , ἄκουσον , Οἰδίπου κλεινὴ δάμαρ ,
1071 λήξασ’ ὀδυρμῶν πενθίμων τε δακρύων .
Ἰοκάστη
1072 φίλτατ’ , οὔ που ξυμφορὰν ἥκεις φέρων
1073 Ἐτεοκλέους θανόντος , οὗ παρ’ ἀσπίδα
1074 βέβηκας αἰεὶ πολεμίων εἴργων βέλη ;
1075 [ τί μοί ποθ’ ἥκεις καινὸν ἀγγελῶν ἔπος ; ]
1076 τέθνηκεν ζῇ παῖς ἐμός ; σήμαινέ μοι .
Ἄγγελος
1077 ζῇ , μὴ τρέσῃς τόδ’ , ὥς { σ’ } ἀπαλλάξω φόβου .
Ἰοκάστη
1078 τί δ’ ; ἑπτάπυργοι πῶς ἔχουσι περιβολαί ;
Ἄγγελος
1079 ἑστᾶσ’ ἄθραυστοι , κοὐκ ἀνήρπασται πόλις .
Ἰοκάστη
1080 ἦλθον δὲ πρὸς κίνδυνον Ἀργείου δορός ;
Ἄγγελος
1081 ἀκμήν γ’ ἐπ’ αὐτήν · ἀλλ’ Καδμείων Ἄρης
1082 κρείσσων κατέστη τοῦ Μυκηναίου δορός .
Ἰοκάστη
1083 ἓν εἰπὲ πρὸς θεῶν , εἴ τι Πολυνείκους πέρι
1084 οἶσθ’ · ὡς μέλει μοι καὶ τόδ’ , εἰ λεύσσει φάος .
Ἄγγελος
1085 ζῇ σοι ξυνωρὶς ἐς τόδ’ ἡμέρας τέκνων .