Κρέων
1668 ἓν τοῦτ’ ἂν εἴη τῶν ἀπορρήτων πόλει .
Ἀντιγόνη
1669 ἀλλ’ ἀμφὶ τραύματ’ ἄγρια τελαμῶνας βαλεῖν .
Κρέων
1670 οὐκ ἔσθ’ ὅπως σὺ τόνδε τιμήσεις νέκυν .
Ἀντιγόνη
1671 φίλτατ’ , ἀλλὰ στόμα γε σὸν προσπτύξομαι .
Κρέων
1672 οὐ μὴ ἐς γάμους σοὺς συμφορὰν κτήσῃ γόοις .
Ἀντιγόνη
1673 γὰρ γαμοῦμαι ζῶσα παιδὶ σῷ ποτε ;
Κρέων
1674 πολλή σ’ ἀνάγκη · ποῖ γὰρ ἐκφεύξῃ λέχος ;
Ἀντιγόνη
1675 νὺξ ἆρ’ ἐκείνη Δαναΐδων μ’ ἕξει μίαν .
Κρέων
1676 εἶδες τὸ τόλμημ’ οἷον ἐξωνείδισεν ;
Ἀντιγόνη
1677 ἴστω σίδηρος ὅρκιόν τέ μοι ξίφος .
Κρέων
1678 τί δ’ ἐκπροθυμῇ τῶνδ’ ἀπηλλάχθαι γάμων ;
Ἀντιγόνη
1679 συμφεύξομαι τῷδ’ ἀθλιωτάτῳ πατρί .
Κρέων
1680 γενναιότης σοι , μωρία δ’ ἔνεστί τις .
Ἀντιγόνη
1681 καὶ ξυνθανοῦμαί γ’ , ὡς μάθῃς περαιτέρω .
Κρέων
1682 ἴθ’ , οὐ φονεύσεις παῖδ’ ἐμόν , λίπε χθόνα .
Οἰδίπους
1683 θύγατερ , αἰνῶ μέν σε τῆς προθυμίας .
Ἀντιγόνη
1684 ἀλλ’ εἰ γαμοίμην , σὺ δὲ μόνος φεύγοις , πάτερ ;
Οἰδίπους
1685 μέν’ εὐτυχοῦσα , τἄμ’ ἐγὼ στέρξω κακά .
Ἀντιγόνη
1686 καὶ τίς σε τυφλὸν ὄντα θεραπεύσει , πάτερ ;
Οἰδίπους
1687 πεσὼν ὅπου μοι μοῖρα κείσομαι πέδῳ .
Ἀντιγόνη
1688 δ’ Οἰδίπους ποῦ καὶ τὰ κλείν’ αἰνίγματα ;