Ἀντιγόνη
1710 ἴθ’ ἐς φυγὰν τάλαιναν · ὄρεγε χέρα φίλαν ,
1711 πάτερ γεραιέ , πομπίμαν
1712 ἔχων ἔμ’ ὥστε ναυσίπομπον αὔραν .
Οἰδίπους
1713 { ἰδοὺ } ἰδού , πορεύομαι ·
1715 τέκνον , σύ μοι ποδαγὸς ἀθλία γενοῦ .
Ἀντιγόνη
1716 γενόμεθα γενόμεθ’ , ἄθλιαί
1717 γε δῆτα Θηβαιᾶν μάλιστα παρθένων .
Οἰδίπους
1718 πόθι γεραιὸν ἴχνος τίθημι ;
1719 βάκτρα πρόσφερ’ , τέκνον .
Ἀντιγόνη
1720 τᾷδε τᾷδε βᾶθί μοι ,
1721 τᾷδε τᾷδε πόδα τιθείς ,
1722 ὥστ’ ὄνειρον ἰσχύν .
Οἰδίπους
1723 ἰὼ ἰώ , δυστυχεστάτας φυγὰς
1724 ἐλαύνων τὸν γέροντά μ’ ἐκ πάτρας .
1725 ἰὼ ἰώ , δεινὰ δείν’ ἐγὼ τλάς .
Ἀντιγόνη
1726 τί τλάς ; τί τλάς ; οὐχ ὁρᾷ Δίκα κακούς ,
1727 οὐδ’ ἀμείβεται βροτῶν ἀσυνεσίας .
Οἰδίπους
1728 ὅδ’ εἰμὶ μοῦσαν ὃς ἐπὶ καλλίνικον
1729 οὐράνιον ἔβαν
1730 { μειξο } παρθένου κόρας
1731 αἴνιγμ’ ἀσύνετον εὑρών .