Ἀντιγόνη
1732 Σφιγγὸς ἀναφέρεις ὄνειδος .
1733 ἄπαγε τὰ πάρος εὐτυχήματ’ αὐδῶν .
1734 τάδε σ’ ἐπέμενε μέλεα πάθεα
1735 φυγάδα πατρίδος ἄπο γενόμενον ,
1736 πάτερ , θανεῖν που .
1737 ποθεινὰ δάκρυα παρὰ φίλαισι παρθένοις
1738 λιποῦσ’ ἄπειμι πατρίδος ἀποπρὸ γαίας
1739 ἀπαρθένευτ’ ἀλωμένα .
1740 φεῦ τὸ χρήσιμον φρενῶν
1741 ἐς πατρός γε συμφορὰς
1742 εὐκλεᾶ με θήσει ·
1743 τάλαιν’ ἐγὼ { σῶν } συγγόνου θ’ ὑβρισμάτων ,
1744 ὃς ἐκ δόμων νέκυς ἄθαπτος οἴχεται
1745 μέλεος , ὅν , εἴ με καὶ θανεῖν , πάτερ , χρεών ,
1746 σκότια γᾷ καλύψω .
Οἰδίπους
1747 πρὸς ἥλικας φάνηθι σάς .
Ἀντιγόνη
1748 ἅλις ὀδυρμάτων ἐμῶν .
Οἰδίπους
1749 σὺ δ’ ἀμφὶ βωμίους λιτὰς
Ἀντιγόνη
1750 κόρον ἔχουσ’ ἐμῶν κακῶν .
Οἰδίπους
1751 ἴθ’ ἀλλὰ Βρόμιος ἵνα τε σηκὸς
1752 ἄβατος ὄρεσι μαινάδων .
Ἀντιγόνη
1753 Καδμείαν νεβρίδα
1755 στολιδωσαμένα ποτ’ ἐγὼ Σεμέλας
1756 θίασον ἱερὸν ὄρεσιν ἀνεχόρευσα ,
1757 χάριν ἀχάριτον ἐς θεοὺς διδοῦσα ;