Ὀρέστης
67 ὅρα , φυλάσσου μή τις ἐν στίβῳ βροτῶν .
Πυλάδης
68 ὁρῶ , σκοποῦμαι δ’ ὄμμα πανταχῆ στρέφων .
Ὀρέστης
69 Πυλάδη , δοκεῖ σοι μέλαθρα ταῦτ’ εἶναι θεᾶς
70 ἔνθ’ Ἀργόθεν ναῦν ποντίαν ἐστείλαμεν ;
Πυλάδης
71 ἔμοιγ’ , Ὀρέστα · σοὶ δὲ συνδοκεῖν χρεών .
Ὀρέστης
72 καὶ βωμός , Ἕλλην οὗ καταστάζει φόνος ;
Πυλάδης
73 ἐξ αἱμάτων γοῦν ξάνθ’ ἔχει τριχώματα .
Ὀρέστης
74 θριγκοῖς δ’ ὑπ’ αὐτοῖς σκῦλ’ ὁρᾷς ἠρτημένα ;
Πυλάδης
75 τῶν κατθανόντων γ’ ἀκροθίνια ξένων .
76 ἀλλ’ ἐγκυκλοῦντ’ ὀφθαλμὸν εὖ σκοπεῖν χρεών .