Ὀρέστης
482 τί ταῦτ’ ὀδύρῃ , κἀπὶ τοῖς μέλλουσι νῷν
483 κακοῖσι λυπεῖς , ἥτις εἶ ποτ’ , γύναι ;
484 οὔτοι νομίζω σοφόν , ὃς ἂν μέλλων κτενεῖν
485 οἴκτῳ τὸ δεῖμα τοὐλέθρου νικᾶν θέλῃ .
486 οὐχ ὅστις Ἅιδην ἐγγὺς ὄντ’ οἰκτίζεται
487 σωτηρίας ἄνελπις · ὡς δύ’ ἐξ ἑνὸς
488 κακὼ συνάπτει , μωρίαν τ’ ὀφλισκάνει
489 θνῄσκει θ’ ὁμοίως · τὴν τύχην δ’ ἐᾶν χρεών .
490 ἡμᾶς δὲ μὴ θρήνει σύ · τὰς γὰρ ἐνθάδε
491 θυσίας ἐπιστάμεσθα καὶ γιγνώσκομεν .
Ἰφιγένεια
492 πότερος ἄρ’ ὑμῶν ἐνθάδ’ ὠνομασμένος
493 Πυλάδης κέκληται ; τόδε μαθεῖν πρῶτον θέλω .
Ὀρέστης
494 ὅδ’ , εἴ τι δή σοι τοῦτ’ ἐν ἡδονῇ μαθεῖν .
Ἰφιγένεια
495 ποίας πολίτης πατρίδος Ἕλληνος γεγώς ;
Ὀρέστης
496 τί δ’ ἂν μαθοῦσα τόδε πλέον λάβοις , γύναι ;
Ἰφιγένεια
497 πότερον ἀδελφὼ μητρός ἐστον ἐκ μιᾶς ;
Ὀρέστης
498 φιλότητί γ’ · ἐσμὲν δ’ οὐ κασιγνήτω , γύναι .
Ἰφιγένεια
499 σοὶ δ’ ὄνομα ποῖον ἔθεθ’ γεννήσας πατήρ ;
Ὀρέστης
500 τὸ μὲν δίκαιον Δυστυχὴς καλοίμεθ’ ἄν .
Ἰφιγένεια
501 οὐ τοῦτ’ ἐρωτῶ · τοῦτο μὲν δὸς τῇ τύχῃ .
Ὀρέστης
502 ἀνώνυμοι θανόντες οὐ γελῴμεθ’ ἄν .
Ἰφιγένεια
503 τί δὲ φθονεῖς τοῦτο ; φρονεῖς οὕτω μέγα ;