Ὀρέστης
687 εὔφημα φώνει · τἀμὰ δεῖ φέρειν κακά ,
688 ἁπλᾶς δὲ λύπας ἐξόν , οὐκ οἴσω διπλᾶς .
689 γὰρ σὺ λυπρὸν κἀπονείδιστον λέγεις ,
690 ταὔτ’ ἔστιν ἡμῖν , εἴ σε συμμοχθοῦντ’ ἐμοὶ
691 κτενῶ · τὸ μὲν γὰρ εἰς ἔμ’ οὐ κακῶς ἔχει ,
692 πράσσονθ’ πράσσω πρὸς θεῶν , λῦσαι βίον .
693 σὺ δ’ ὄλβιός τ’ εἶ , καθαρά τ’ , οὐ νοσοῦντ’ , ἔχεις
694 μέλαθρ’ , ἐγὼ δὲ δυσσεβῆ καὶ δυστυχῆ .
695 σωθεὶς δέ , παῖδας ἐξ ἐμῆς ὁμοσπόρου
696 κτησάμενος , ἣν ἔδωκά σοι δάμαρτ’ ἔχειν
697 ὄνομά τ’ ἐμοῦ γένοιτ’ ἄν , οὐδ’ ἄπαις δόμος
698 πατρῷος οὑμὸς ἐξαλειφθείη ποτ’ ἄν .
699 ἀλλ’ ἕρπε καὶ ζῆ καὶ δόμους οἴκει πατρός .
700 ὅταν δ’ ἐς Ἑλλάδ’ ἵππιόν τ’ Ἄργος μόλῃς ,
701 πρὸς δεξιᾶς σε τῆσδ’ ἐπισκήπτω τάδε ·
702 τύμβον τε χῶσον κἀπίθες μνημεῖά μοι ,
703 καὶ δάκρυ’ ἀδελφὴ καὶ κόμας δότω τάφῳ .
704 ἄγγελλε δ’ ὡς ὄλωλ’ ὑπ’ Ἀργείας τινὸς
705 γυναικός , ἀμφὶ βωμὸν ἁγνισθεὶς φόνῳ .
706 καὶ μὴ προδῷς μου τὴν κασιγνήτην ποτέ ,
707 ἔρημα κήδη καὶ δόμους ὁρῶν πατρός .
708 καὶ χαῖρ’ · ἐμῶν γὰρ φίλτατόν σ’ ηὗρον φίλων ,
709 συγκυναγὲ καὶ συνεκτραφεὶς ἐμοί ,
710 πόλλ’ ἐνεγκὼν τῶν ἐμῶν ἄχθη κακῶν .
711 ἡμᾶς δ’ Φοῖβος μάντις ὢν ἐψεύσατο ·
712 τέχνην δὲ θέμενος ὡς προσώταθ’ Ἑλλάδος
713 ἀπήλασ’ , αἰδοῖ τῶν πάρος μαντευμάτων .
714 πάντ’ ἐγὼ δοὺς τἀμὰ καὶ πεισθεὶς λόγοις ,
715 μητέρα κατακτὰς αὐτὸς ἀνταπόλλυμαι .