Πυλάδης
716 ἔσται τάφος σοι , καὶ κασιγνήτης λέχος
717 οὐκ ἂν προδοίην , τάλας , ἐπεί σ’ ἐγὼ
718 θανόντα μᾶλλον βλέπονθ’ ἕξω φίλον .
719 ἀτὰρ τὸ τοῦ θεοῦ σ’ οὐ διέφθορέν γέ πω
720 μάντευμα · καίτοι γ’ ἐγγὺς ἕστηκας φόνου .
721 ἀλλ’ ἔστιν , ἔστιν , λίαν δυσπραξία
722 λίαν διδοῦσα μεταβολάς , ὅταν τύχῃ .
Ὀρέστης
723 σίγα · τὰ Φοίβου δ’ οὐδὲν ὠφελεῖ μ’ ἔπη ·
724 γυνὴ γὰρ ἥδε δωμάτων ἔξω περᾷ .
Ἰφιγένεια
725 ἀπέλθεθ’ ὑμεῖς καὶ παρευτρεπίζετε
726 τἄνδον μολόντες τοῖς ἐφεστῶσι σφαγῇ .
727 δέλτου μὲν αἵδε πολύθυροι διαπτυχαί ,
728 ξένοι , πάρεισιν · δ’ ἐπὶ τοῖσδε βούλομαι ,
729 ἀκούσατ’ . οὐδεὶς αὑτὸς ἐν πόνοις { τ’ } ἀνὴρ
730 ὅταν τε πρὸς τὸ θάρσος ἐκ φόβου πέσῃ .
731 ἐγὼ δὲ ταρβῶ μὴ ἀπονοστήσας χθονὸς
732 θῆται παρ’ οὐδὲν τὰς ἐμὰς ἐπιστολὰς
733 τήνδε μέλλων δέλτον εἰς Ἄργος φέρειν .
Ὀρέστης
734 τί δῆτα βούλῃ ; τίνος ἀμηχανεῖς πέρι ;
Ἰφιγένεια
735 ὅρκον δότω μοι τάσδε πορθμεύσειν γραφὰς
736 πρὸς Ἄργος , οἷσι βούλομαι πέμψαι φίλων .
Ὀρέστης
737 κἀντιδώσεις τῷδε τοὺς αὐτοὺς λόγους ;
Ἰφιγένεια
738 τί χρῆμα δράσειν τί μὴ δράσειν ; λέγε .