Ὀρέστης
739 ἐκ γῆς ἀφήσειν μὴ θανόντα βαρβάρου .
Ἰφιγένεια
740 δίκαιον εἶπας · πῶς γὰρ ἀγγείλειεν ἄν ;
Ὀρέστης
741 καὶ τύραννος ταῦτα συγχωρήσεται ;
Ἰφιγένεια
742 ναί .
πείσω σφε , καὐτὴ ναὸς εἰσβήσω σκάφος .
Ὀρέστης
743 ὄμνυ · σὺ δ’ ἔξαρχ’ ὅρκον ὅστις εὐσεβής .
Ἰφιγένεια
744 δώσω , λέγειν χρή , τήνδε τοῖσι σοῖς φίλοις .
Πυλάδης
745 τοῖς σοῖς φίλοισι γράμματ’ ἀποδώσω τάδε .
Ἰφιγένεια
746 κἀγὼ σὲ σώσω κυανέας ἔξω πέτρας .
Πυλάδης
747 τίν’ οὖν ἐπόμνυς τοισίδ’ ὅρκιον θεῶν ;
Ἰφιγένεια
748 Ἄρτεμιν , ἐν ἧσπερ δώμασιν τιμὰς ἔχω .
Πυλάδης
749 ἐγὼ δ’ ἄνακτά γ’ οὐρανοῦ , σεμνὸν Δία .
Ἰφιγένεια
750 εἰ δ’ ἐκλιπὼν τὸν ὅρκον ἀδικοίης ἐμέ ;
Πυλάδης
751 ἄνοστος εἴην · τί δὲ σύ , μὴ σῴσασά με ;
Ἰφιγένεια
752 μήποτε κατ’ Ἄργος ζῶσ’ ἴχνος θείην ποδός .
Πυλάδης
753 ἄκουε δή νυν ὃν παρήλθομεν λόγον .
Ἰφιγένεια
754 ἀλλ’ αὖθις ἔσται καινός , ἢν καλῶς ἔχῃ .
Πυλάδης
755 ἐξαίρετόν μοι δὸς τόδ’ , ἤν τι ναῦς πάθῃ ,
756 χἡ δέλτος ἐν κλύδωνι χρημάτων μέτα
757 ἀφανὴς γένηται , σῶμα δ’ ἐκσῴσω μόνον ,
758 τὸν ὅρκον εἶναι τόνδε μηκέτ’ ἔμπεδον .