6.24 πλὴν οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις , ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν .
6.25 οὐαὶ ὑμῖν , οἱ ἐμπεπλησμένοι νῦν , ὅτι πεινάσετε . οὐαί , οἱ γελῶντες νῦν , ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε .
6.26 Οὐαὶ ὅταν ʹκαλῶς ὑμᾶσʹ εἴπωσιν πάντες οἱ ἄνθρωποι , κατὰ ʹτὰ αὐτὰʹ γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν .
6.27 Ἀλλὰ ὑμῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν , ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν , καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς ,
6.28 εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς , προσεύχεσθε περὶ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς .
6.29 τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην , καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς .
6.30 παντὶ αἰτοῦντί σε δίδου , καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει .
6.31 καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι , ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως .
6.32 Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς , ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν ; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσιν .
6.33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς , ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν ; ʹ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν .
6.34 καὶ ἐὰν δανίσητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε λαβεῖν , ποία ὑμῖν χάρις ἐστίν ; καὶ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανίζουσιν ἵνα ἀπολάβωσιν τὰ ἴσα .
6.35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανίζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες · καὶ ἔσται μισθὸς ὑμῶν πολύς , καὶ ἔσεσθε υἱοὶ Ὑψίστου , ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς .
6.36 γίνεσθε οἰκτίρμονες καθὼς πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστίν ·