4.25 ὃς γὰρ ἔχει , δοθήσεται αὐτῷ · καὶ ὃς οὐκ ἔχει , καὶ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ .
4.26 Καὶ ἔλεγεν Οὕτως ἐστὶν βασιλεία τοῦ θεοῦ ὡς ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς
4.27 καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν , καὶ σπόρος βλαστᾷ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός .
4.28 αὐτομάτη γῆ καρποφορεῖ , πρῶτον χόρτον , εἶτεν στάχυν , εἶτεν πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ .
4.29 ὅταν δε παραδοῖ καρπός , εὐθὺς " ἀποστέλλει τὸ δρέπανον , ὅτι παρέστηκεν θερισμός . "
4.30 Καὶ ἔλεγεν Πῶς ὁμοιώσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ , ἐν τίνι αὐτὴν παραβολῇ θῶμεν ;
4.31 ὡς κόκκῳ σινάπεως , ὃς ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς γῆς , μικρότερον ὂν πάντων τῶν σπερμάτων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς
4.32 καὶ ὅταν σπαρῇ , ἀναβαίνει καὶ γίνεται μεῖζον πάντων τῶν λαχάνων καὶ ποιεῖ κλάδους μεγάλους , ὥστε δύνασθαι " ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῖν . "
4.33 Καὶ τοιαύταις παραβολαῖς πολλαῖς ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον , καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν ·
4.34 χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς , κατ’ ἰδίαν δὲ τοῖς ἰδίοις μαθηταῖς ἐπέλυεν πάντα .
4.35 Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψίας γενομένης Διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν .
4.36 καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον παραλαμβάνουσιν αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ , καὶ ἄλλα πλοῖα ἦν μετ’ αὐτοῦ .
4.37 καὶ γίνεται λαῖλαψ μεγάλη ἀνέμου , καὶ τὰ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον , ὥστε ἤδη γεμίζεσθαι τὸ πλοῖον .