12.1 Καὶ ἤρξατο αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς λαλεῖν " Ἀμπελῶνα " ἄνθρωπος " ἐφύτευσεν , καὶ περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ὤρυξεν ὑπολήνιον καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον , " καὶ ἐξέδετο αὐτὸν γεωργοῖς , καὶ ἀπεδήμησεν .
12.2 καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς γεωργοὺς τῷ καιρῷ δοῦλον , ἵνα παρὰ τῶν γεωργῶν λάβῃ ἀπὸ τῶν καρπῶν τοῦ ἀμπελῶνος ·
12.3 καὶ λαβόντες αὐτὸν ἔδειραν καὶ ἀπέστειλαν κενόν .
12.4 καὶ πάλιν ἀπέστειλεν πρὸς αὐτοὺς ἄλλον δοῦλον · κἀκεῖνον ἐκεφαλίωσαν καὶ ἠτίμασαν .
12.5 καὶ ἄλλον ἀπέστειλεν · κἀκεῖνον ἀπέκτειναν , καὶ πολλοὺς ἄλλους , οὓς μὲν δέροντες οὓς δὲ ἀποκτέννυντες .
12.6 ἔτι ἕνα εἶχεν , υἱὸν ἀγαπητόν · ἀπέστειλεν αὐτὸν ἔσχατον πρὸς αὐτοὺς λέγων ὅτι Ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου .
12.7 ἐκεῖνοι δὲ οἱ γεωργοὶ πρὸς ἑαυτοὺς εἶπαν ὅτι Οὗτός ἐστιν κληρονόμος · δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν , καὶ ἡμῶν ἔσται κληρονομία .
12.8 καὶ λαβόντες ἀπέκτειναν αὐτόν , καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος .
12.9 τί ποιήσει κύριος τοῦ ἀμπελῶνος ; ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργούς , καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις .
12.10 Οὐδὲ τὴν γραφὴν ταύτην ἀνέγνωτε " Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες , οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας · "
12.11 " παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη , καὶ ἔστιν θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν ; "
12.12 Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι , καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ὄχλον , ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν εἶπεν . καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθαν .
12.13 Καὶ ἀποστέλλουσιν πρὸς αὐτόν τινας τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Ἡρῳδιανῶν ἵνα αὐτὸν ἀγρεύσωσιν λόγῳ .