1.1.9 ἐπὶ γῆς γὰρ ὄντας καὶ σώματι συνδεδεμένους τοιούτῳ καὶ κοινωνοῖς τοιούτοις πῶς οἷόν τʹ ἦν εἰς ταῦτα ὑπὸ τῶν ἐκτὸς μὴ ἐμποδίζεσθαι ; ἀλλὰ τί λέγει Ζεύς ;
1.1.10 Ἐπίκτητε , εἰ οἷόν τε ἦν , καὶ τὸ σωμάτιον ἄν σου καὶ τὸ κτησίδιον ἐποίησα ἐλεύθερον καὶ ἀπαραπόδιστον .
1.1.11 νῦν δέ , μή σε λανθανέτω , τοῦτο οὐκ ἔστιν σόν , ἀλλὰ πηλὸς κομψῶς πεφυραμένος .
1.1.12 ἐπεὶ δὲ τοῦτο οὐκ ἠδυνάμην , ἐδώκαμέν σοι μέρος τι ἡμέτερον , τὴν δύναμιν ταύτην τὴν ὁρμητικήν τε καὶ ἀφορμητικὴν καὶ ὀρεκτικήν τε καὶ ἐκκλιτικὴν καὶ ἁπλῶς τὴν χρηστικὴν ταῖς φαντασίαις , ἧς ἐπιμελούμενος καὶ ἐν τὰ σαυτοῦ τιθέμενος οὐδέποτε κωλυθήσῃ , οὐδέποτʹ ἐμποδισθήσῃ , οὐ στενάξεις , οὐ μέμψῃ , οὐ κολακεύσεις οὐδένα .
1.1.13 τί οὖν ; μή τι μικρά σοι φαίνεται ταῦτα ; μὴ γένοιτο . ἀρκῇ οὖν αὐτοῖς ; εὔχομαι δὲ τοῖς θεοῖς .
1.1.14 νῦν δʹ ἑνὸς δυνάμενοι ἐπιμελεῖσθαι καὶ ἑνὶ προσηρτηκέναι ἑαυτοὺς μᾶλλον θέλομεν πολλῶν ἐπιμελεῖσθαι καὶ πολλοῖς προσδεδέσθαι καὶ τῷ σώματι καὶ τῇ κτήσει καὶ ἀδελφῷ καὶ φίλῳ καὶ τέκνῳ καὶ δούλῳ .
1.1.15 ἅτε οὖν πολλοῖς προσδεδεμένοι βαρούμεθα ὑπʹ αὐτῶν καὶ καθελκόμεθα .
1.1.16 διὰ τοῦτο , ἂν ἄπλοια , καθήμεθα σπώμενοι καὶ παρακύπτομεν συνεχῶς · τίς ἄνεμος πνεῖ ; βορέας . τί ἡμῖν καὶ αὐτῷ ; πότε ζέφυρος πνεύσει ; ὅταν αὐτῷ δόξῃ , βέλτιστε , τῷ Αἰόλῳ . σὲ γὰρ οὐκ ἐποίησεν θεὸς ταμίαν τῶν ἀνέμων , ἀλλὰ τὸν Αἴολον .