1.2.13 κατάβηθι . πυθομένου δʹ αὐτοῦ διὰ τί σὺ οὐ καταβαίνεις ; ἔφη ὅτι ἐγὼ οὐδὲ βουλεύομαι .
1.2.14 γὰρ ἅπαξ εἰς τὴν περὶ τῶν τοιούτων σκέψιν καὶ τὰς τῶν ἐκτὸς ἀξίας συγκαθεὶς καὶ ψηφίζων ἐγγύς ἐστι τῶν ἐπιλελησμένων τοῦ ἰδίου προσώπου .
1.2.15 τί γάρ μου πυνθάνῃ ; θάνατος αἱρετώτερόν ἐστιν ζωή ; λέγω ζωή .
1.2.16 πόνος ἡδονή ; λέγω ἡδονή . ἀλλά , ἂν μὴ τραγῳδήσω , τραχηλοκοπηθήσομαι . ἄπελθε τοίνυν καὶ τραγῴδει , ἐγὼ δʹ οὐ τραγῳδήσω .
1.2.17 διὰ τί ; ὅτι σὺ σεαυτὸν ἡγῇ μίαν τινὰ εἶναι κρόκην τῶν ἐκ τοῦ χιτῶνος . τί οὖν ; σὲ ἔδει φροντίζειν πῶς ἀνόμοιος ᾖς τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις , ὥσπερ οὐδʹ κρόκη πρὸς τὰς ἄλλας κρόκας θέλει τι ἔχειν ἐξαίρετον .
1.2.18 ἐγὼ δὲ πορφύρα εἶναι βούλομαι , τὸ ὀλίγον ἐκεῖνο καὶ στιλπνὸν καὶ τοῖς ἄλλοις αἴτιον τοῦ εὐπρεπῆ φαίνεσθαι καὶ καλά . τί οὖν μοι λέγεις ὅτι ἐξομοιώθητι τοῖς πολλοῖς ; καὶ πῶς ἔτι πορφύρα ἔσομαι ;
1.2.19 ταῦτα εἶδεν καὶ Πρῖσκος Ἑλουίδιος καὶ ἰδὼν ἐποίησε . προσπέμψαντος αὐτῷ Οὐεσπασιανοῦ , ἵνα μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν σύγκλητον , ἀπεκρίνατο ἐπὶ σοί ἐστι μὴ ἐᾶσαί με εἶναι συγκλητικόν · μέχρι δὲ ἂν , δεῖ με εἰσέρχεσθαι .
1.2.20 ἄγε ἀλλʹ εἰσελθών , φησίν , σιώπησον . μή μʹ ἐξέταζε καὶ σιωπήσω . ἀλλὰ δεῖ με ἐξετάσαι . κἀμὲ εἰπεῖν τὸ φαινόμενον δίκαιον . ἀλλʹ ἐὰν εἴπῃς , ἀποκτενῶ σε .