1.2.21 πότε οὖν σοι εἶπον , ὅτι ἀθάνατός εἰμι ; καὶ σὺ τὸ σὸν ποιήσεις κἀγὼ τὸ ἐμόν . σόν ἐστιν ἀποκτεῖναι , ἐμὸν ἀποθανεῖν μὴ τρέμοντα · σὸν φυγαδεῦσαι , ἐμὸν ἐξελθεῖν μὴ λυπούμενον .
1.2.22 τί οὖν ὠφέλησε Πρῖσκος εἷς ὤν ; τί δʹ ὠφελεῖ πορφύρα τὸ ἱμάτιον ; τί γὰρ ἄλλο διαπρέπει ἐν αὐτῷ ὡς πορφύρα καὶ τοῖς ἄλλοις δὲ καλὸν παράδειγμα ἔκκειται ;
1.2.23 ἄλλος δʹ ἂν εἰπόντος αὐτῷ Καίσαρος ἐν τοιαύτῃ περὶ στάσει μὴ ἐλθεῖν εἰς σύγκλητον εἶπεν
1.2.24 ἔχω χάριν , ὅτι μου φείδῃ . τὸν τοιοῦτον οὐδʹ ἂν ἐκώλυεν εἰσελθεῖν , ἀλλʹ ᾔδει , ὅτι καθεδεῖται ὡς κεράμιον λέγων ἐρεῖ , οἶδεν ὅτι Καῖσαρ θέλει , καὶ προσεπισωρεύσει ἔτι πλείονα .
1.2.25 τοῦτον τὸν τρόπον καὶ ἀθλητής τις κινδυνεύων ἀποθανεῖν , εἰ μὴ ἀπεκόπη τὸ αἰδοῖον , ἐπελθόντος αὐτῷ τοῦ ἀδελφοῦ ( ἦν δʹ ἐκεῖνος φιλόσοφος ) καὶ εἰπόντος ἄγε , ἀδελφέ , τί μέλλεις ποιεῖν ; ἀποκόπτομεν τοῦτο τὸ μέρος καὶ ἔτι εἰς γυμνάσιον προερχόμεθα ; οὐχ ὑπέμεινεν , ἀλλʹ ἐγκαρτερήσας ἀπέθανεν .
1.2.26 πυθομένου δέ τινος · πῶς τοῦτο ἐποίησεν ; ὡς ἀθλητὴς ὡς φιλόσοφος ; ὡς ἀνήρ , ἔφη , ἀνὴρ δʹ Ὀλύμπια κεκηρυγμένος καὶ ἠγωνισμένος , ἐν τοιαύτῃ τινὶ χώρᾳ ἀνεστραμμένος , οὐχὶ παρὰ τῷ Βάτω
1.2.27 νι ἀλειφόμενος . ἄλλος δὲ κἂν τὸν τράχηλον ἀπετμήθη , εἰ ζῆν ἠδύνατο δίχα τοῦ τραχήλου .
1.2.28 τοιοῦτόν ἐστι τὸ κατὰ πρόσωπον · οὕτως ἰσχυρὸν παρὰ τοῖς εἰθισμένοις αὐτὸ συνεισφέρειν ἐξ αὐτῶν ἐν ταῖς σκέψεσιν .