1.2.29 ἄγε οὖν , Ἐπίκτητε , διαξύρησαι . ἂν φιλόσοφος , λέγω οὐ διαξυρῶμαι . ἀλλʹ ἀφελῶ σου τὸν τράχηλον . εἰ σοὶ ἄμεινον , ἄφελε .
1.2.30 ἐπύθετό τις · πόθεν οὖν αἰσθησόμεθα τοῦ κατὰ πρόσωπον ἕκαστος ; πόθεν δʹ ταῦρος , ἔφη , λέοντος ἐπελθόντος μόνος αἰσθάνεται τῆς αὑτοῦ παρασκευῆς καὶ προβέβληκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς ἀγέλης πάσης ; δῆλον ὅτι εὐθὺς ἅμα τῷ τὴν παρασκευὴν ἔχειν ἀπαντᾷ καὶ συναίσθησις αὐτῆς ;
1.2.31 καὶ ἡμῶν τοίνυν ὅστις ἂν ἔχῃ τοιαύτην παρασκευήν , οὐκ ἀγνοήσει αὐτήν .
1.2.32 ἄφνω δὲ ταῦρος οὐ γίνεται οὐδὲ γενναῖος ἄνθρωπος , ἀλλὰ δεῖ χειμασκῆσαι , παρασκευάσασθαι καὶ μὴ εἰκῇ προσπηδᾶν ἐπὶ τὰ μηδὲν προσήκοντα .
1.2.33 μόνον σκέψαι , πόσου πωλεῖς τὴν σεαυτοῦ προαίρεσιν . ἄνθρωπε , εἰ μηδὲν ἄλλο , μὴ ὀλίγου αὐτὴν πωλήσῃς . τὸ δὲ μέγα καὶ ἐξαίρετον ἄλλοις τάχα προσήκει , Σωκράτει καὶ τοῖς τοιούτοις .
1.2.34 διὰ τί οὖν , εἰ πρὸς τοῦτο πεφύκαμεν , οὐ πάντες πολλοὶ γίνονται τοιοῦτοι ; ἵπποι γὰρ ὠκεῖς ἅπαντες γίνονται , κύνες γὰρ ἰχνευτικοὶ πάντες ;
1.2.35 τί οὖν ; ἐπειδὴ ἀφυής εἰμι , ἀποστῶ τῆς ἐπιμελείας τούτου ἕνεκα ;
1.2.36 μὴ γένοιτο . Ἐπίκτητος κρείσσων Σωκράτους οὐκ ἔσται · εἰ δὲ μή , οὐ χείρων , τοῦτό μοι ἱκανόν ἐστιν .
1.2.37 οὐδὲ γὰρ Μίλων ἔσομαι καὶ ὅμως οὐκ ἀμελῶ τοῦ σώματος · οὐδὲ Κροῖσος καὶ ὅμως οὐκ ἀμελῶ τῆς κτήσεως · οὐδʹ ἁπλῶς ἄλλου τινὸς τῆς ἐπιμελείας διὰ τὴν ἀπόγνωσιν τῶν ἄκρων ἀφιστάμεθα .