1.9.20 ἀνδράποδον , ἂν σχῇς , ἕξεις · ἂν μὴ σχῇς , ἐξελεύσῃ · ἤνοικται θύρα . τί πενθεῖς ; ποῦ ἔτι τόπος δακρύοις ; τίς ἔτι κολακείας ἀφορμή ; διὰ τί ἄλλος ἄλλῳ φθονήσει ; διὰ τί πολλὰ κεκτημένους θαυμάσει τοὺς ἐν δυνάμει τεταγμένους , μάλιστʹ ἂν καὶ ἰσχυροὶ ὦσιν καὶ ὀργίλοι ;
1.9.21 τί γὰρ ἡμῖν ποιήσουσιν ; δύνανται ποιῆσαι , τούτων οὐκ ἐπιστρεψόμεθα · ὧν ἡμῖν μέλει , ταῦτα οὐ δύνανται . τίς οὖν ἔτι ἄρξει τοῦ οὕτως διακειμένου ;
1.9.22 πῶς Σωκράτης εἶχεν πρὸς ταῦτα ; πῶς γὰρ ἄλλως ὡς ἔδει τὸν πεπεισμένον ὅτι ἐστὶ τῶν θεῶν συγγενής ;
1.9.23 ἄν μοι λέγητε , φησίν , νῦν ὅτι ἀφίεμέν σε ἐπὶ τούτοις , ὅπως μηκέτι διαλέξῃ τούτους τοὺς λόγους οὓς μέχρι νῦν διελέγου μηδὲ παρενοχλήσεις ἡμῶν τοῖς νέοις μηδὲ τοῖς γέρουσιν
1.9.24 , ἀποκρινοῦμαι ὅτι γελοῖοί ἐστε , οἵτινες ἀξιοῦτε , εἰ μέν με στρατηγὸς ὑμέτερος ἔταξεν εἴς τινα τάξιν , ὅτι ἔδει με τηρεῖν αὐτὴν καὶ φυλάττειν καὶ μυριάκις πρότερον αἱρεῖσθαι ἀποθνῄσκειν ἐγκαταλιπεῖν αὐτήν , εἰ δʹ θεὸς ἔν τινι χώρᾳ καὶ ἀναστροφῇ κατατέταχεν , ταύτην δʹ ἐγκαταλιπεῖν δεῖ ἡμᾶς . τοῦτʹ ἔστιν ἄνθρωπος ταῖς ἀληθείαις συγγενὴς τῶν θεῶν .
1.9.25 ἡμεῖς οὖν ὡς κοιλίαι ,
1.9.26 ὡς ἔντερα , ὡς αἰδοῖα , οὕτω περὶ αὑτῶν διανοούμεθα , ὅτι φοβούμεθα , ὅτι ἐπιθυμοῦμεν · τοὺς εἰς ταῦτα συνεργεῖν δυναμένους κολακεύομεν , τοὺς αὐτοὺς τούτους δεδοίκαμεν .