1.11.17 τὸ φιλόστοργον δοκεῖ σοι κατὰ φύσιν τʹ εἶναι καὶ καλόν ; — πῶς γὰρ οὔ ; — τί δέ ; τὸ μὲν φιλόστοργον κατὰ φύσιν τʹ ἐστὶ καὶ καλόν , τὸ δʹ εὐλόγιστον οὐ καλόν ;
1.11.18 — οὐδαμῶς . — μὴ τοίνυν μάχην ἔχει τῷ φιλοστόργῳ τὸ εὐλόγιστον ; — οὐ δοκεῖ μοι . — εἰ δὲ μή , τῶν μαχομένων ἀνάγκη θατέρου κατὰ φύσιν ὄντος θάτερον εἶναι παρὰ φύσιν ; ἢ γὰρ οὔ ; — οὕτως , ἔφη .
1.11.19 — οὐκοῦν ὅ τι ἂν εὑρίσκωμεν ὁμοῦ μὲν φιλόστοργον ὁμοῦ δʹ εὐλόγιστον , τοῦτο θαρροῦντες ἀποφαινόμεθα ὀρθόν τε εἶναι καὶ καλόν ;
1.11.20 — ἔστω , ἔφη . — τί οὖν ; ἀφεῖναι νοσοῦν τὸ παιδίον καὶ ἀφέντα ἀπελθεῖν ὅτι μὲν οὐκ εὐλόγιστον οὐκ οἶμαί σʹ ἀντερεῖν . ὑπολείπεται δʹ ἡμᾶς σκοπεῖν εἰ φιλόστοργον . — σκοπῶμεν δή . —
1.11.21 ἆρʹ οὖν σὺ μὲν ἐπειδὴ φιλοστόργως διέκεισο πρὸς τὸ παιδίον , ὀρθῶς ἐποίεις φεύγων καὶ ἀπολείπων αὐτό ; ἡ μήτηρ δʹ οὐ φιλοστοργεῖ τὸ παιδίον ; — Φιλοστοργεῖ μὲν οὖν .
1.11.22 — οὐκοῦν ἔδει καὶ τὴν μητέρα ἀφεῖναι αὐτὸ ἢ οὐκ ἔδει ; — οὐκ ἔδει . — τί δʹ ἡ τιτθή ; στέργει αὐτό ; — στέργει , ἔφη . — ἔδει οὖν κἀκείνην ἀφεῖναι αὐτό ; — οὐδαμῶς . — τί δʹ ὁ παιδαγωγός ; οὐ στέργει αὐτό ;