1.11.34 Πείσθεις , ἔφη . οἷα δὴ τὰ αἴτια ἐφʹ ἑκάστου , τοιαῦτα καὶ τὰ ἀποτελούμενα . οὐκοῦν ὅταν μὴ ὀρθῶς τι πράττωμεν ,
1.11.35 ἀπὸ ταύτης τῆς ἡμέρας οὐδὲν ἄλλο αἰτιασόμεθα τὸ δόγμα , ἀφʹ οὗ αὐτὸ ἐπράξαμεν , κἀκεῖνο ἐξαίρειν καὶ ἐκτέμνειν πειρασόμεθα μᾶλλον τὰ φύματα καὶ τὰ ἀποστήματα ἐκ τοῦ σώματος .
1.11.36 ὡσαύτως δὲ καὶ τῶν ὀρθῶς πραττομένων ταὐτὸν τοῦτο αἴτιον ἀποφανοῦμεν .
1.11.37 καὶ οὔτʹ οἰκέτην ἔτι αἰτιασόμεθα οὔτε γείτονα οὔτε γυναῖκα οὔτε τέκνα ὡς αἴτιά τινων κακῶν ἡμῖν γινόμενα πεπεισμένοι ὅτι , ἂν μὴ ἡμῖν δόξῃ τοιαῦτά τινα εἶναι , οὐ πράττομεν τὰ ἀκόλουθα · τοῦ δόξαι δὲ μὴ δόξαι , ἡμεῖς κύριοι καὶ οὐ τὰ ἐκτός .
1.11.38 οὕτως , ἔφη . ἀπὸ τῆς σήμερον τοίνυν ἡμέρας οὐδὲν ἄλλο ἐπισκοπήσομεν οὐδʹ ἐξετάσομεν , ποῖόν τι ἐστὶν πῶς ἔχει , οὔτε τὸν ἀγρὸν οὔτε τὰ ἀνδράποδα οὔτε τοὺς ἵππους κύνας , ἀλλὰ τὰ δόγματα . εὔχομαι , ἔφη .
1.11.39 ὁρᾷς οὖν , ὅτι σχολαστικόν σε δεῖ γενέσθαι , τοῦτο τὸ ζῷον οὗ πάντες καταγελῶσιν , εἴπερ ἄρα θέλεις ἐπίσκεψιν τῶν σαυτοῦ δογμάτων ποιεῖσθαι .
1.11.40 τοῦτο δʹ ὅτι μιᾶς ὥρας ἡμέρας οὐκ ἔστιν , ἐπινοεῖς καὶ αὐτός .
1.12.head περὶ εὐαρεστήσεως .
1.12.1 περὶ θεῶν οἱ μέν τινές εἰσιν οἱ λέγοντες μηδʹ εἶναι τὸ θεῖον , οἱ δʹ εἶναι μέν , ἀργὸν δὲ καὶ ἀμελὲς καὶ μὴ προνοεῖν μηδενός ·