1.23.1 ἐπινοεῖ καὶ Ἐπίκουρος ὅτι φύσει ἐσμὲν κοινωνικοί , ἀλλʹ ἅπαξ ἐν τῷ κελύφει θεὶς τὸ ἀγαθὸν ἡμῶν οὐκέτι δύναται ἄλλο οὐδὲν εἰπεῖν .
1.23.2 πάλιν γὰρ ἐκείνου λίαν κρατεῖ , ὅτι οὐ δεῖ ἀπεσπασμένον οὐδὲν τῆς τοῦ ἀγαθοῦ οὐσίας οὔτε θαυμάζειν οὔτʹ ἀποδέχεσθαι · καὶ καλῶς αὐτοῦ κρατεῖ .
1.23.3 πῶς οὖν ὑπονοητικοί ἐσμεν , οἷς μὴ φυσικὴ ἔστι πρὸς τὰ ἔγγονα φιλοστοργία ; διὰ τί ἀποσυμβουλεύεις τῷ σοφῷ τεκνοτροφεῖν ; τί φοβῇ μὴ διὰ ταῦτα εἰς λύπας ἐμπέσῃ ;
1.23.4 διὰ γὰρ τὸν μῦν τὸν ἔσω τρεφόμενον ἐμπίπτει ; τί οὖν αὐτῷ μέλει , ἂν μυίδιον μικρὸν ἔσω κατακλαίῃ αὐτοῦ ;
1.23.5 ἀλλʹ οἶδεν , ὅτι , ἂν ἅπαξ γένηται παιδίον , οὐκέτι ἐφʹ ἡμῖν ἐστι μὴ στέργειν μηδὲ φροντίζειν ἐπʹ αὐτῷ .
1.23.6 διὰ τοῦτο φησὶν οὐδὲ πολιτεύσεσθαι τὸν νοῦν ἔχοντα · οἶδεν γὰρ τίνα δεῖ ποιεῖν τὸν πολιτευόμενον · ἐπείτοι εἰ ὡς ἐν μυίαις μέλλεις ἀναστρέφεσθαι , τί κωλύει ;
1.23.7 ἀλλʹ ὅμως εἰδὼς ταῦτα τολμᾷ λέγειν ὅτι μὴ ἀναιρώμεθα τέκνα . ἀλλὰ πρόβατον μὲν οὐκ ἀπολείπει τὸ αὑτοῦ ἔγγονον οὐδὲ λύκος , ἄνθρωπος δʹ ἀπολείπει ;
1.23.8 τί θέλεις ; μωροὺς ἡμᾶς εἶναι ὡς τὰ πρόβατα ; οὐδʹ ἐκεῖνα ἀπολείπει . θηριώδεις ὡς τοὺς λύκους ; οὐδʹ ἐκεῖνοι ἀπολ
1.23.9 είπουσιν . ἄγε , τίς δέ σοι πείθεται ἰδὼν παιδίον αὐτοῦ κλαῖον ἐπὶ τὴν γῆν πεπτωκός ;
1.23.10 ἐγὼ μὲν οἶμαι ὅτι εἰ καὶ ἐμαντεύσατο μήτηρ σου καὶ πατήρ , ὅτι μέλλεις ταῦτα λέγειν , οὐκ ἄν σε ἔρριψαν .
1.24.head πῶς πρὸς τὰς περιστάσεις ἀγωνιστέον .