1.24.9 οὐδείς , φησίν , πολέμιος ἐγγύς ἐστιν · πάντα εἰρήνης γέμει . πῶς , Διόγενες ; ἰδού , φησίν , μή τι βέβλημαι , μή τι τέτρωμαι , μή τινα πέφευγα ;
1.24.10 τοῦτʹ ἔστιν οἷος δεῖ κατάσκοπος , σὺ δʹ ἡμῖν ἐλθὼν ἄλλα ἐξ ἄλλων λέγεις . οὐκ ἀπελεύσῃ πάλιν καὶ ὄψει ἀκριβέστερον δίχα τῆς δειλίας ; τί οὖν ποιήσω ;
1.24.11 τί ποιεῖς , ἐκ πλοίου ὅταν ἐξίῃς ; μή τι τὸ πηδάλιον αἴρεις , μή τι τὰς κώπας ; τί οὖν αἴρεις ; τὰ σά , τὴν λήκυθον , τὴν πήραν . καὶ νῦν ἂν ᾖς μεμνημένος τῶν σῶν , οὐδέποτε τῶν ἀλλοτρίων ἀντιποιήσῃ .
1.24.12 λέγει σοι θὲς τὴν πλατύσημον · ἰδοὺ στενόσημος . θὲς καὶ ταύτην · ἰδοὺ ἱμάτιον μόνον . θὲς τὸ ἱμάτιον ·
1.24.13 ἰδοὺ γυμνός . ἀλλὰ φθόνον μοι κινεῖς . λάβε τοίνυν ὅλον τὸ σωμάτιον . δύναμαι ῥῖψαι τὸ σωμάτιον , ἔτι τοῦτο
1.24.14 ν φοβοῦμαι ; ἀλλὰ κληρονόμον μʹ οὐκ ἀπολείψει . τί οὖν ; ἐπελαθόμην ὅτι τούτων οὐδὲν ἐμὸν ἦν ; πῶς οὖν ἐμὰ αὐτὰ λέγομεν ; ὡς τὸν κράβαττον ἐν τῷ πανδοκείῳ . ἂν οὖν πανδοκεὺς ἀποθανὼν ἀπολίπῃ σοι τοὺς κραβάττους · ἂν δʹ ἄλλῳ , ἐκεῖνος ἕξει , σὺ δʹ ἄλλον ζητήσεις ·
1.24.15 ἂν οὖν μὴ εὕρῃς , χαμαὶ κοιμήσῃ μόνον θαρρῶν καὶ ῥέγκων καὶ μεμνημένος ὅτι ἐν τοῖς πλουσίοις καὶ βασιλεῦσι καὶ τυράννοις αἱ τραγῳδίαι τόπον ἔχουσιν , οὐδεὶς δὲ πένης τραγῳδίαν συμπληροῖ εἰ μὴ ὡς χορευτής .