2.4.6 εἶτα ἐρεῖς οὐδείς μου ἐπιστρέφεται , ἀνθρώπου φιλολόγου ; κακὸς γὰρ εἶ καὶ ἄχρηστος . οἷον εἰ οἱ σφῆκες ἠγανάκτουν , ὅτι οὐδεὶς αὐτῶν ἐπιστρέφεται , ἀλλὰ φεύγουσι πάντες κἄν τις δύνηται , πλήξας κατέβαλεν .
2.4.7 σὺ κέντρον ἔχεις τοιοῦτον , ὥστε ὃν ἂν πλήξῃς εἰς πράγματα καὶ ὀδύνας ἐμβάλλειν . τί σε θέλεις ποιήσωμεν ; οὐκ ἔχεις ποῦ τεθῇς .
2.4.8 τί οὖν ; οὐκ εἰσὶν αἱ γυναῖκες κοιναὶ φύσει ; κἀγὼ λέγω . καὶ γὰρ τὸ χοιρίδιον κοινὸν τῶν κεκλημένων · ἀλλʹ ὅταν μέρη γένηται , ἄν σοι φανῇ , ἀνάρπασον ἀπελθὼν τὸ τοῦ παρακατακειμένου μέρος , λάθρᾳ κλέψον παρακαθεὶς τὴν χεῖρα λίχνευε , κἂν μὴ δύνῃ τοῦ κρέως ἀποσπάσαι , λίπαινε τοὺς δακτύλους καὶ περίλειχε . καλὸς συμπότης καὶ σύνδειπνος Σωκρατικός .
2.4.9 ἄγε , τὸ δὲ θέατρον οὐκ ἔστι κοινὸν τῶν πολιτῶν ; ὅταν οὖν καθίσωσιν , ἐλθών , ἄν σοι φανῇ , ἔκβαλέ τινα αὐτῶν .
2.4.10 οὕτως καὶ αἱ γυναῖκες φύσει κοιναί . ὅταν δʹ νομοθέτης ὡς ἑστιάτωρ διέλῃ αὐτάς , οὐ θέλεις καὶ αὐτὸς ἴδιον μέρος ζητεῖν , ἀλλὰ τὸ ἀλλότριον ὑφαρπάζεις καὶ λιχνεύεις ;
2.4.11 ἀλλὰ φιλόλογός εἰμι καὶ Ἀρχέδημον νοῶ . Ἀρχέδημον τοίνυν νοῶν μοιχὸς ἴσθι καὶ ἄπιστος καὶ ἀντὶ ἀνθρώπου λύκος πίθηκος . τί γὰρ κωλύει ;
2.5.head πῶς συνυπάρχει μεγαλοφροσύνη καὶ ἐπιμέλεια .
2.5.1 αἱ ὗλαι ἀδιάφοροι , δὲ χρῆσις αὐτῶν οὐκ ἀδιάφορος .
2.5.2 πῶς οὖν τηρήσῃ τις ἅμα μὲν τὸ εὐσταθὲς καὶ ἀτάραχον , ἅμα δὲ τὸ ἐπιμελὲς καὶ μὴ εἰκαῖον μηδʹ ἐπισεσυρμένον ;