2.10.20 ὅρα δʹ εἰ ἐπὶ κερμάτιον πάντα ἀνάγεις , ὅτι οὐδʹ ὁ τὴν ῥῖνά σοι ἀπολλύων ἔσται βεβλαμμένος . — ναί , φησίν , κεκολόβωται γὰρ τὸ σῶμα .
2.10.21 — ἄγε , ὁ δὲ τὴν ὀσφρασίαν αὐτὴν ἀπολωλεκὼς οὐδὲν ἀπολλύει ; ψυχῆς οὖν δύναμις οὐκ ἔστιν οὐδεμία , ἣν ὁ μὲν κτησάμενος ὠφελεῖται , ὁ δʹ ἀποβαλὼν ζημιοῦται ;
2.10.22 — ποίαν καὶ λέγεις ; — οὐδὲν ἔχομεν αἰδῆμον φύσει ; — ἔχομεν . — ὁ τοῦτο ἀπολλύων οὐ ζημιοῦται , οὐδενὸς στερίσκεται , οὐδὲν ἀποβάλλει τῶν πρὸς αὑτόν ;
2.10.23 οὐκ ἔχομεν φύσει τι πιστόν , φύσει στερκτικόν , φύσει ὠφελητικόν , ἀλλήλων φύσει ἀνεκτικόν ; ὅστις οὖν εἰς ταῦτα περιορᾷ ζημιούμενον ἑαυτόν , οὗτος ᾖ ἀβλαβὴς καὶ ἀζήμιος ;
2.10.24 τί οὖν ; μὴ βλάψω τὸν βλάψαντα ; — πρῶτον μὲν ἰδού , τί ἐστι βλάβη καὶ μνήσθητι ὧν ἤκουσας παρὰ τῶν φιλοσόφων .
2.10.25 εἰ γὰρ τὸ ἀγαθὸν ἐν προαιρέσει καὶ τὸ κακὸν ὡσαύτως ἐν προαιρέσει , βλέπε μὴ τοιοῦτʹ ἐστιν ὃ λέγεις
2.10.26 τί οὖν ; ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἑαυτὸν ἔβλαψεν πρὸς ἐμέ τι ἄδικον ποιήσας , ἐγὼ ἐμαυτὸν μὴ βλάψω πρὸς ἐκεῖνον ἄδικόν τι ποιήσας ;
2.10.27 τί οὖν οὐ τοιοῦτόν τι φανταζόμεθα , ἀλλʹ ὅπου τι σωματικὸν ἐλάττωμα ἢ εἰς κτῆσιν , ἐκεῖ ἡ βλάβη , ὅπου εἰς τὴν προαίρεσιν , οὐδεμία βλάβη ;
2.10.28 οὔτε γὰρ τὴν κεφαλὴν ἀλγεῖ ὁ ἐξαπατηθεὶς ἢ ἀδικήσας οὔτε τὸν ὀφθαλμὸν οὔτε τὸ ἰσχίον οὔτε τὸν ἀγρὸν ἀπολλύει .