2.11.20 ὕπαγε αὐτὴν τῷ κανόνι , βάλε εἰς τὸν ζυγόν . τὸ ἀγαθὸν δεῖ εἶναι τοιοῦτον , ἐφʹ θαρρεῖν ἄξιον καὶ πεποιθέναι ; δεῖ . ἀβεβαίῳ οὖν τινι θαρρεῖν ἄξιον ;
2.11.21 οὔ . μή τι οὖν βέβαιον ἡδονή ; οὔ . ἆρον οὖν καὶ βάλε ἔξω ἐκ τοῦ ζυγοῦ καὶ ἀπέλασον τῆς χώρας τῶν ἀγαθῶν μακράν .
2.11.22 εἰ δʹ οὐκ ὀξυβλεπτεῖς καὶ ἕν σοι ζυγὸν οὐκ ἀρκεῖ , φέρε ἄλλο . ἐπὶ τῷ ἀγαθῷ ἄξιον ἐπαίρεσθαι ; ναί . ἐφʹ ἡδονῇ οὖν παρούσῃ ἄξιον ἐπαίρεσθαι ; βλέπε μὴ εἴπῃς ὅτι ἄξιον · εἰ δὲ μή , οὐκέτι σε οὐδὲ τοῦ ζυγοῦ ἄξιον ἡγήσομαι .
2.11.23 οὕτως κρίνεται τὰ πράγματα καὶ ἵσταται τῶν κανόνων ἡτοιμασμένων ·
2.11.24 καὶ τὸ φιλοσοφεῖν τοῦτό ἐστιν , ἐπισκέπτεσθαι καὶ βεβαιοῦν τοὺς κανόνας ,
2.11.25 τὸ δʹ ἤδη χρῆσθαι τοῖς ἐγνωσμένοις τοῦτο τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ ἔργον ἐστίν .
2.12.head περὶ τοῦ διαλέγεσθαι .
2.12.1 μὲν δεῖ μαθόντα εἰδέναι χρῆσθαι λόγῳ , ἠκρίβωται ὑπὸ τῶν ἡμετέρων . περὶ δὲ τὴν χρῆσιν αὐτῶν τὴν προσήκουσαν τελέως ἀγύμναστοί ἐσμεν .
2.12.2 δὸς γοῦν θέλεις ἡμῶν ἰδιώτην τινὰ τὸν προσδιαλεγόμενον · καὶ οὐχ εὑρίσκει χρήσασθαι αὐτῷ , ἀλλὰ μικρὰ κινήσας τὸν ἄνθρωπον , ἂν παρὰ σκέλος ἀπαντᾷ ἐκεῖνος , οὐκέτι δύναται μεταχειρίσασθαι , ἀλλʹ λοιδορεῖ λοιπὸν καταγελᾷ καὶ λέγει ἰδιώτης ἐστίν · οὐκ ἔστιν αὐτῷ χρήσασθαι .
2.12.3 δʹ ὁδηγός , ὅταν λάβῃ τινὰ πλανώμενον , ἤγαγεν ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν δέουσαν , οὐχὶ καταγελάσας λοιδορησάμενος ἀπῆλθεν .