2.15.1 ὅταν ἀκούσωσί τινες τούτων τῶν λόγων , ὅτι βέβαιον εἶναι δεῖ καὶ μὲν προαίρεσις ἐλεύθερον φύσει καὶ ἀνανάγκαστον , τὰ δʹ ἄλλα κωλυτά , ἀναγκαστά , δοῦλα , ἀλλότρια , φαντάζονται ὅτι δεῖ παντὶ τῷ κριθέντι ὑπʹ αὐτῶν ἀπαραβάτως ἐμμένειν .
2.15.2 ἀλλὰ πρῶτον ὑγιὲς εἶναι δεῖ τὸ κεκριμένον . θέλω γὰρ εἶναι τόνους ἐν σώματι , ἀλλʹ ὡς ὑγιαίνοντι , ὡς ἀθλοῦντι ·
2.15.3 ἂν δέ μοι φρενιτικοῦ τόνους ἔχων ἐνδεικνύῃς καὶ ἀλαζονεύῃ ἐπʹ αὐτοῖς , ἐρῶ σοι ὅτι ἄνθρωπε , ζήτει τὸν θεραπεύσοντα . τοῦτο οὐκ εἰσὶ τόνοι , ἀλλʹ ἀτονία .
2.15.4 ἕτερον τρόπον τοιοῦτόν τι καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς πάσχουσιν οἱ παρακούοντες τῶν λόγων τούτων . οἷον καὶ ἐμός τις ἑταῖρος ἐξ οὐδεμιᾶς αἰτίας ἔκρινεν ἀποκαρτερεῖν .
2.15.5 ἔγνων ἐγὼ ἤδη τρίτην ἡμέραν ἔχοντος αὐτοῦ τῆς ἀποχῆς καὶ ἐλθὼν ἐπυνθανόμην τί ἐγένετο .
2.15.6 κέκρικα , φησίν . ἀλλʹ ὅμως τί σε ἦν τὸ ἀναπεῖσαν ; εἰ γὰρ ὀρθῶς ἔκρινας , ἰδοὺ παρακαθήμεθά σοι καὶ συνεργοῦμεν , ἵνʹ ἐξέλθῃς · εἰ δʹ ἀλόγως ἔκρινας , μετάθου .
2.15.7 τοῖς κριθεῖσιν ἐμμένειν δεῖ . τί ποιεῖς , ἄνθρωπε ; οὐ πᾶσιν , ἀλλὰ τοῖς ὀρθῶς . ἐπεὶ παθὼν ἄρτι ὅτι νύξ ἐστιν , ἄν σοι δοκῇ , μὴ μετατίθεσο , ἀλλʹ ἔμμενε καὶ λέγε ὅτι τοῖς κριθεῖσιν ἐμμένειν δεῖ .
2.15.8 τί ποιεῖς , ἄνθρωπε ; οὐ πᾶσιν . οὐ θέλεις τὴν ἀρχὴν στῆσαι καὶ τὸν θεμέλιον , τὸ κρίμα σκέψασθαι πότερον ὑγιὲς οὐχ ὑγιές , καὶ οὕτως λοιπὸν ἐποικοδομεῖν αὐτῷ τὴν εὐτονίαν , τὴν ἀσφάλειαν ;