2.16.45 ἀλλʹ οὐκ εἶ Ἡρακλῆς καὶ οὐ δύνασαι καθαίρειν τὰ ἀλλότρια κακά , ἀλλʹ οὐδὲ Θησεύς , ἵνα τὰ τῆς Ἀττικῆς καθάρῃς · τὰ σαυτοῦ κάθαρον . ἐντεῦθεν ἐκ τῆς διανοίας ἔκβαλε ἀντὶ Προκρούστου καὶ Σκίρωνος λύπην , φόβον , ἐπιθυμίαν , φθόνον , ἐπιχαιρεκακίαν , φιλαργυρίαν , μαλακίαν , ἀκρασίαν .
2.16.46 ταῦτα δʹ οὐκ ἔστιν ἄλλως ἐκβαλεῖν , εἰ μὴ πρὸς μόνον τὸν θεὸν ἀποβλέποντα , ἐκείνῳ μόνῳ προσπεπονθότα , τοῖς ἐκείνου προστάγμασι καθωσιωμένον . ἂν δʹ ἄλλο τι θέλῃς ,
2.16.47 οἰμώζων καὶ στένων ἀκολουθήσεις τῷ ἰσχυροτέρῳ ἔξω ζητῶν ἀεὶ τὴν εὔροιαν καὶ μηδέποτʹ εὐροεῖν δυνάμενος . ἐκεῖ γὰρ αὐτὴν ζητεῖς , οὗ μή ἐστιν , ἀφεὶς ἐκεῖ ζητεῖν , ὅπου ἐστίν .
2.17.head πῶς ἐφαρμοστέον τὰς προλήψεις τοῖς ἐπὶ μέρους .
2.17.1 τί πρῶτόν ἐστιν ἔργον τοῦ φιλοσοφοῦντος ; ἀποβαλεῖν οἴησιν · ἀμήχανον γάρ , τις εἰδέναι οἴεται , ταῦτα ἄρξασθαι μανθάνειν .
2.17.2 τὰ μὲν οὖν ποιητέα καὶ οὐ ποιητέα καὶ ἀγαθὰ καὶ κακὰ καὶ καλὰ καὶ αἰσχρὰ πάντες ἄνω καὶ κάτω λαλοῦντες ἐρχόμεθα πρὸς τοὺς φιλοσόφους , ἐπὶ τούτοις ἐπαινοῦντες ψέγοντες , ἐγκαλοῦντες μεμφόμενοι , περὶ ἐπιτηδευμάτων καλῶν καὶ αἰσχρῶν ἐπικρίνοντες καὶ διαλαμβάνοντες .
2.17.3 τίνος δʹ ἕνεκα προσερχόμεθα τοῖς φιλοσόφοις ; οὐκ οἰόμεθα εἰδέναι . τίνα δʹ ἐστὶ ταῦτα ; τὰ θεωρήματα . γὰρ λαλοῦσιν οἱ φιλόσοφοι , μαθεῖν θέλομεν ὡς κομψὰ καὶ δριμέα , οἱ δʹ , ἵνʹ ἀπʹ αὐτῶν περιποιήσωνται .