2.18.5 οὕτως ἔχει καὶ ἐπὶ τῶν ψυχικῶν · ὅταν ὀργισθῇς , γίγνωσκε ὅτι οὐ μόνον σοι τοῦτο γέγονεν κακόν , ἀλλʹ ὅτι καὶ τὴν ἕξιν ηὔξησας καὶ ὡς πυρὶ φρύγανα παρέβαλες .
2.18.6 ὅταν ἡττηθῇς τινος ἐν συνουσίᾳ , μὴ τὴν μίαν ἧτταν ταύτην λογίζου , ἀλλʹ ὅτι καὶ τὴν ἀκρασίαν σου τέτροφας , ἐπηύξησας .
2.18.7 ἀδύνατον γὰρ ἀπὸ τῶν καταλλήλων ἔργων μὴ καὶ τὰς ἕξεις καὶ τὰς δυνάμεις τὰς μὲν ἐμφύεσθαι μὴ πρότερον οὔσας , τὰς δʹ ἐπιτείνεσθαι καὶ ἰσχυροποιεῖσθαι .
2.18.8 οὕτως ἀμέλει καὶ τὰ ἀρρωστήματα ὑποφύεσθαι λέγουσιν οἱ φιλόσοφοι . ὅταν γὰρ ἅπαξ ἐπιθυμήσῃς ἀργυρίου , ἂν μὲν προσαχθῇ λόγος εἰς αἴσθησιν ἄξιων τοῦ κακοῦ , πέπαυταί τε ἐπιθυμία καὶ τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῶν εἰς τὸ ἐξαρχῆς ἀποκατέστη ·
2.18.9 ἐὰν δὲ μηδὲν προσαγάγῃς εἰς θεραπείαν , οὐκέτι εἰς ταὐτὰ ἐπάνεισιν , ἀλλὰ πάλιν ἐρεθισθὲν ὑπὸ τῆς καταλλήλου φαντασίας θᾶττον πρότερον ἐξήφθη πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν . καὶ τούτου συνεχῶς γινομένου τυλοῦται λοιπὸν καὶ τὸ ἀρρώστημα βεβαιοῖ τὴν φιλαργυρίαν .
2.18.10 γὰρ πυρέξας , εἶτα παυσάμενος οὐχ ὁμοίως ἔχει τῷ πρὸ τοῦ πυρέξαι , ἂν μή τι θεραπευθῇ εἰς ἅπαν .
2.18.11 τοιοῦτόν τι καὶ ἐπὶ τῶν τῆς ψυχῆς παθῶν γίνεται . ἴχνη τινὰ καὶ μώλωπες ἀπολείπονται ἐν αὐτῇ , οὓς εἰ μή τις ἐξαλείψῃ καλῶς , πάλιν κατὰ τῶν αὐτῶν μαστιγωθεὶς οὐκέτι μώλωπας , ἀλλʹ ἕλκη ποιεῖ . εἰ οὖν θέλεις μὴ εἶναι ὀργίλος ,
2.18.12 μὴ τρέφε σου τὴν ἕξιν , μηδὲν αὐτῇ παράβαλλε αὐξητικόν . τὴν πρώτην ἡσύχασον καὶ τὰς ἡμέρας ἀρίθμει ἃς οὐκ ὠργίσθης .