2.20.1 τοῖς ὑγιέσι καὶ ἐναργέσιν ἐξ ἀνάγκης καὶ οἱ ἀντιλέγοντες προσχρῶνται . καὶ σχεδὸν τοῦτο μέγιστον ἄν τις ποιήσαιτο τεκμήριον τοῦ ἐναργές τι εἶναι , τὸ ἐπάναγκες εὑρίσκεσθαι καὶ τῷ ἀντιλέγοντι συγχρήσασθαι αὐτῷ · οἷον εἴ τις ἀντιλέγοι τῷ εἶναί τι καθολικὸν ἀληθές ,
2.20.2 δῆλον ὅτι τὴν ἐναντίαν ἀπόφασιν οὗτος ὀφείλει ποιήσασθαι · οὐδέν ἐστι καθολικὸν ἀληθές . ἀνδράποδον , οὐδὲ τοῦτο .
2.20.3 τί γὰρ ἄλλο ἐστὶ τοῦτο οἷον εἴ τι ἔστι καθολικόν , ψεῦδός ἐστιν ;
2.20.4 πάλιν ἄν τις παρελθὼν λέγῃ γίγνωσκε , ὅτι οὐδέν ἐστι γνωστόν , ἀλλὰ πάντα ἀτέκμαρτα ἄλλος ὅτι πίστευσόν μοι καὶ ὠφεληθήσῃ · οὐδὲν δεῖ ἀνθρώπῳ πιστεύειν πάλιν ἄλλος μάθε παρʹ ἐμοῦ , ἄνθρωπε , ὅτι οὐδὲν ἐνδέχεται μαθεῖν · ἐγώ σοι λέγω τοῦτο καὶ διδάξω σε , ἐὰν θέλῃς ·
2.20.5 τίνι οὖν τούτων διαφέρουσιν οὗτοι τίνες ποτέ ; οἱ Ἀκαδημαικοὺς αὑτοὺς λέγοντες ; ἄνθρωποι , συγκατάθεσθε ὅτι οὐδεὶς συγκατατίθεται · πιστεύσατε ἡμῖν ὅτι οὐδεὶς πιστεύει οὐδενί .
2.20.6 οὕτως καὶ Ἐπίκουρος , ὅταν ἀναιρεῖν θέλῃ τὴν φυσικὴν κοινωνίαν ἀνθρώποις πρὸς ἀλλήλους , αὐτῷ τῷ ἀναιρουμένῳ συγχρῆται .
2.20.7 τί γὰρ λέγει ; μὴ ἐξαπατᾶσθε , ἄνθρωποι , μηδὲ παράγεσθε μηδὲ διαπίπτετε · οὐκ ἔστι φυσικὴ κοινωνία τοῖς λογικοῖς πρὸς ἀλλήλους · πιστεύσατέ μοι . οἱ δὲ τὰ ἕτερα λέγοντες ἐξαπατῶσιν ὑμᾶς καὶ παραλογίζονται .