2.22.29 ἂν δʹ ἀκούσῃς , ὅτι ταῖς ἀληθείαις οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ μόνον οἴονται τὸ ἀγαθὸν ὅπου προαίρεσις , ὅπου χρῆσις ὀρθὴ φαντασιῶν , μηκέτι πολυπραγμονήσῃς μήτʹ εἰ υἱὸς καὶ πατήρ ἐστι μήτʹ εἰ ἀδελφοὶ μήτʹ εἰ πολὺν χρόνον συμπεφοιτηκότες καὶ ἑταῖροι , ἀλλὰ μόνον αὐτὸ τοῦτο γνοὺς θαρρῶν ἀποφαίνου , ὅτι φίλοι , ὥσπερ ὅτι πιστοί , ὅτι δίκαιοι .
2.22.30 ποῦ γὰρ ἀλλαχοῦ φιλία ὅπου πίστις , ὅπου αἰδώς , ὅπου δόσις τοῦ καλοῦ , τῶν δʹ ἄλλων οὐδενός ;
2.22.31 ἀλλὰ τεθεράπευκέ με τοσούτῳ χρόνῳ · καὶ οὐκ ἐφίλει με ; πόθεν οἶδας , ἀνδράποδον , εἰ οὕτως τεθεράπευκεν ὡς τὰ ὑποδήματα σπογγίζει τὰ ἑαυτοῦ , ὡς τὸ κτῆνος ; πόθεν οἶδας , εἰ τὴν χρείαν σʹ ἀποβαλόντα τὴν τοῦ σκευαρίου ῥίψει ὡς κατεαγὸς πινάκιον ;
2.22.32 ἀλλὰ γυνή μου ἐστὶ καὶ τοσούτῳ χρόνῳ συμβεβιώκαμεν . πόσῳ δʹ Ἐριφύλη μετὰ τοῦ Ἀμφιαράου καὶ τέκνων μήτηρ καὶ πολλῶν ;
2.22.33 ἀλλʹ ὅρμος ἦλθεν εἰς τὸ μέσον . τί δʹ ἐστὶν ὅρμος ; τὸ δόγμα τὸ περὶ τῶν τοιούτων . ἐκεῖνο ἦν τὸ θηριῶδες , ἐκεῖνο τὸ διακόπτον τὴν φιλίαν , τὸ οὐκ ἐῶν εἶναι γυναῖκα γαμετήν , τὴν μητέρα μητέρα .
2.22.34 καὶ ὑμῶν ὅστις ἐσπούδακεν αὐτός τινι εἶναι φίλος ἄλλον κτήσασθαι φίλον , ταῦτα τὰ δόγματα ἐκκοπτέτω , ταῦτα μισησάτω , ταῦτα ἐξελασάτω ἐκ τῆς ψυχῆς τῆς ἑαυτοῦ .
2.22.35 καὶ οὕτως ἔσται πρῶτον μὲν αὐτὸς ἑαυτῷ μὴ λοιδορούμενος , μὴ μαχόμενος , μὴ μετανοῶν , μὴ βασανίζων ἑαυτόν ·