3.3.8 ἀλλʹ οὐκ ἀγαθόν . ἐὰν δʹ ἐν ὀρθῇ προαιρέσει θῶμεν , αὐτὸ τὸ τηρεῖν τὰς σχέσεις ἀγαθὸν γίνεται · καὶ λοιπὸν ὁ τῶν ἐκτός τινων ἐκχωρῶν , οὗτος τοῦ ἀγαθοῦ τυγχάνει .
3.3.9 αἴρει τὰ χρήματα ὁ πατήρ . ἀλλʹ οὐ βλάπτει . ἕξει τὸ πλέον τοῦ ἀγροῦ ὁ ἀδελφός . ὅσον καὶ θέλει . μή τι οὖν τοῦ αἰδήμονος , μή τι τοῦ πιστοῦ , μή τι τοῦ φιλαδέλφου ;
3.3.10 ἐκ ταύτης γὰρ τῆς οὐσίας τίς δύναται ἐκβαλεῖν ; οὐδʹ ὁ Ζεύς . οὐδὲ γὰρ ἠθέλησεν , ἀλλʹ ἐπʹ ἐμοὶ αὐτὸ ἐποίησεν καὶ ἔδωκεν οἷον εἶχεν αὐτός , ἀκώλυστον , ἀνανάγκαστον , ἀπαραπόδιστον .
3.3.11 ὅταν οὖν ἄλλῳ ἄλλο τὸ νόμισμα ᾖ , ἐκεῖνό τις δείξας ἔχει τὸ ἀντʹ αὐτοῦ πιπρασκόμενον .
3.3.12 ἐλήλυθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν κλέπτης ἀνθύπατος . τίνι νομίσματι χρῆται ; ἀργυρίῳ . δεῖξον καὶ ἀπόφερε ὃ θέλεις . ἐλήλυθεν μοιχός . τίνι νομίσματι χρῆται ; κορασιδίοις . λάβε , φησίν , τὸ νόμισμα καὶ πώλησόν μοι τὸ πραγμάτιον . δὸς καὶ ἀγόραζε .
3.3.13 ἄλλος περὶ παιδάρια ἐσπούδακεν . δὸς αὐτῷ τὸ νόμισμα καὶ λάβε ὃ θέλεις . ἄλλος φιλόθηρος . δὸς ἱππάριον καλὸν ἢ κυνάριον · οἰμώζων καὶ στένων πωλήσει ἀντʹ αὐτοῦ ὃ θέλεις . ἄλλος γὰρ αὐτὸν ἀναγκάζει ἔσωθεν , ὁ τὸ νόμισμα τοῦτο τεταχώς .