3.20.14 τὴν νόσον τί ποιήσεις ; δείξω αὐτῆς τὴν φύσιν , διαπρέψω ἐν αὐτῇ , εὐσταθήσω , εὐροήσω , τὸν ἰατρὸν οὐ κολακεύσω , οὐκ εὔξομαι ἀποθανεῖν .
3.20.15 τί ἔτι ἄλλο ζητεῖς ; πᾶν ἂν δῷς , ἐγὼ αὐτὸ ποιήσω μακάριον , εὐδαιμονικόν , σεμνόν , ζηλωτόν . οὔ · ἀλλὰ
3.20.16 βλέπε μὴ νοσήσῃς · κακόν ἐστιν . οἷον εἴ τις ἔλεγεν βλέπε μὴ λάβῃς ποτὲ φαντασίαν τοῦ τὰ τρία τέσσαρα εἶναι · κακόν ἐστιν . ἄνθρωπε , πῶς κακόν ; ἂν δεῖ περὶ αὐτοῦ ὑπολάβω , πῶς ἔτι με βλάψει ; οὐχὶ δὲ μᾶλλον καὶ ὠφελήσει ;
3.20.17 ἂν οὖν περὶ πενίας δεῖ ὑπολάβω , ἂν περὶ νόσου , ἂν περὶ ἀναρχίας , οὐκ ἀρκεῖ μοι ; οὐκ ὠφέλιμα ἔσται ; πῶς οὖν ἔτι ἐν τοῖς ἐκτὸς τὰ κακὰ καὶ τἀγαθὰ δεῖ με ζητεῖν ;
3.20.18 ἀλλὰ τί ; ταῦτα μέχρι ὧδε , εἰς οἶκον δʹ οὐδεὶς ἀποφέρει · ἀλλʹ εὐθὺς πρὸς τὸ παιδάριον πόλεμος , πρὸς τοὺς γείτονας , πρὸς τοὺς σκώψαντας , πρὸς τοὺς καταγελάσαντας .
3.20.19 καλῶς γένοιτο Λεσβίῳ , ὅτι με καθʹ ἡμέραν ἐξελέγχει μηδὲν εἰδότα .
3.21.head πρὸς τοὺς εὐκόλως ἐπὶ τὸ σοφιστεύειν ἐρχομένους .
3.21.1 ὅτι τὰ θεωρήματα ἀναλαβόντες ψιλὰ εὐθὺς αὐτὰ ἐξεμέσαι θέλουσιν ὡς οἱ στομαχικοὶ τὴν τροφήν .
3.21.2 πρῶτον αὐτὸ πέψον , εἶθʹ οὕτω μὴ ἐξεμέσῃς · εἰ δὲ μή , ἔμετος τῷ ὄντι γίνεται , πρᾶγμʹ ἀκάθαρτον καὶ ἄβρωτον .